ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Κυριακές στην Παλιά Επίδαυρο

Ηλίας Βλάχος

Η Παλιά Επίδαυρος είναι ευλογημένος τόπος: ένα καταπράσινο χωριό της Αργολίδας σε μια κοιλάδα με πορτοκαλιές που βρέχεται από τον Σαρωνικό κόλπο. Στη μία της άκρη, σε έναν λοφίσκο, δεσπόζει η εκκλησία με το ρολόι και το καμπαναριό, ενώ από την άλλη μπορείς να απολαύσεις τη θέα του λιμανιού, τα φώτα που ανάβουν στα χρώματα του σούρουπου, όπως και να περπατήσεις σε μια μικρή χερσόνησο, που μέσα από κήπους με ροδιές σε οδηγεί στο Μικρό Θέατρο. Πέρα και πίσω, μέσα στη θάλασσα, κοιμάται η Βυθισμένη Πολιτεία, ενώ δίπλα εκτείνεται το κατάφυτο Γιαλάσι.

Γνώρισα την Παλιά Επίδαυρο ένα καλοκαίρι στα τέλη του Δημοτικού, μέσω φίλης οικογενειακής που είχε τότε σχέση με έναν ηθοποιό του Θεάτρου Τέχνης. Παρακολουθήσαμε τον «Προμηθέα Δεσμώτη» με τον Γιώργο Λαζάνη και τη Ρένη Πιττακή στο Αρχαίο Θέατρο. Μείναμε στην Παλιά Επίδαυρο μετά την παράσταση και νομίζω ότι με κέρδισε αμέσως ως αγαπημένος προορισμός τόσο της παιδικής και εφηβικής, όσο και της ενήλικης ζωής μου, και ως ερωτευμένου αργότερα.

Οι Κυριακές έχουν μια αίσθηση πληρότητας στην Παλιά Επίδαυρο. Έχοντας απολαύσει την παράσταση ή τις παραστάσεις (και του Μικρού Θεάτρου) των δύο προηγούμενων ημερών, δίνεσαι σε συζητήσεις και αναλύσεις για το έργο και τους συντελεστές. Και ο τόπος είναι ιδανικός για να αγκαλιάσει και να εμπλουτίσει την εμπειρία αυτή: από τον πρωινό καφέ στον κήπο με τις πορτοκαλιές της πάντα ζεστής και γελαστής Μαριάνθης (ξενοδοχείο Μάγδα) και τις βουτιές στη θάλασσα μπροστά στον Απόλλωνα (ξενοδοχείο στο Γιαλάσι) έως τις νοστιμιές της Παναγιώτας και του Τάσου στο περιβόλι του Καλογερικού, οι Κυριακές έχουν κάτι το ευφρόσυνο και χορταστικό, σαν να απαρτιώνουν –ως επιστέγασμα του τριημέρου– τη θεατρική εμπειρία, με τη φροντίδα και τη φιλοξενία, σε μια πιο καθημερινή και ανθρώπινη κλίμακα σε σχέση με τα μεγέθη της τραγωδίας.

Είναι δε ωραίο –ειδικά για εμάς τους θεατρόφιλους– να συναντάμε ηθοποιούς και σκηνοθέτες όταν πια χαλαρώνουν την επομένη των παραστάσεων και πριν πάρουν τον δρόμο της επιστροφής. Θυμάμαι πάντα με πόση συστολή είχαμε πλησιάσει τον πολύ προσηνή Κουν σε κάποιο καφέ της Παλιάς Επιδαύρου να τον συγχαρούμε εκείνο το μακρινό καλοκαίρι του ’83. Ή πόσο χαίρομαι μέσα στα χρόνια να συναντώ αγαπημένους δημιουργούς και ερμηνευτές, όπως τον Δημήτρη Μαυρίκιο, τον Νίκο Καραθάνο, την αέρινη Αμαλία Μουτούση ή την αισθαντική Λυδία Φωτοπούλου, και να μπορώ να τους σφίγγω το χέρι ως ευχαριστία.

Στην παραλία ξεφυλλίζουμε ανυπόμονα τις κυριακάτικες εφημερίδες για τις πρώτες εντυπώσεις από την παράσταση. Ο χώρος, οι ξαπλώστρες και τα τραπεζάκια είναι γεμάτα από κόσμο και αναρωτιέμαι πάντα ποιοι να ήταν ανάμεσα στους θεατές. Παλιότερα, αναγνώριζα έναν ηλικιωμένο καθηγητή, ο οποίος ταξίδευε μάλλον μόνος από την Αθήνα, έβλεπε τις παραστάσεις σε μπροστινή σειρά και μετά κολυμπούσε και γευμάτιζε στον Απόλλωνα τις Κυριακές. Δεν τον έχω δει την τελευταία διετία. Ελπίζω να είναι καλά.

Μια Κυριακή που σίγουρα θα θυμάμαι ήταν του 2005, μετά από μια εκπληκτική παράσταση της «Μήδειας» του Peter Stein: Ήταν τέλος Αυγούστου, τέλος καλοκαιριού δηλαδή, και επομένη της τελευταίας παράστασης εκείνου του Φεστιβάλ. Ο καιρός ήταν ζεστός και υπέροχος. Βουτάγαμε στη θάλασσα έως αργά, μέχρι που ο ήλιος χάθηκε πίσω από το βουνό που δεσπόζει πάνω από το Γιαλάσι. 

Είπαμε ότι ο Ήλιος έφυγε βιαστικά για να προλάβει ν’ ανεβάσει τη Μήδεια στο Άρμα του. ■

* Ο Ηλίας Βλάχος είναι ψυχίατρος-ψυχοθεραπευτής. 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ