ΕΛΛΑΔΑ

Κύθηρα: Η ολόμαυρη ράχη, οι ώρες του πανικού και τα μικρά θαύματα

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Ακούω ελικόπτερα στον ύπνο μου». Ετσι περιγράφει ο Μάνος Βασιλάκης, κάτοικος Ντουριάνικων στα Κύθηρα, το κολασμένο τριήμερο που έζησε.

Από την κατεύθυνση του ανέμου το μεσημέρι της Παρασκευής, ήταν γρήγορα σαφές ότι το χωριό του θα ήταν στην πρώτη γραμμή του πυρός. Οπως λέει ο κ. Βασιλάκης (πολιτικός μηχανικός στο επάγγελμα, που μετακόμισε από την Αθήνα στα Κύθηρα το 2008), «πήρα τη γυναίκα μου, της είπα να φύγει με τα παιδιά και πήγαμε με έναν φίλο να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε».

Στις πρώτες ώρες του πανικού «δεν υπήρχε κανένας συντονισμός» – τα Ντουριάνικα, άλλωστε, είναι σε σημείο με ανύπαρκτο σήμα κινητής τηλεφωνίας. Σταδιακά, μαζεύτηκαν 15 άτομα, φίλοι και γνωστοί. «Παίρναμε νερό από το πηγάδι και καταβρέχαμε ό,τι μπορούσαμε, κόβαμε τα σχίνα με πριόνια, ρίχναμε πανιά στο παράθυρα», αφηγείται ο κ. Βασιλάκης. Το απόγευμα, έφτασε ένα φορτηγό της Πυροσβεστικής στο απρόσιτο σημείο, μαζί με τρακτέρ και βυτία ντόπιων εθελοντών. Οι φλόγες όμως συνέχισαν να πολιορκούν το σπίτι. «Ηταν πλέον σε απόσταση μέτρων», λέει. Η λύτρωση ήλθε λίγο πριν από το σούρουπο, όταν «ένα Ericsson (πυροσβεστικό ελικόπτερο) κατέβηκε χαμηλά και έκανε δύο ρίψεις, σβήνοντας ένα μέτωπο 20 μέτρων». Αφού πέρασε τη νύχτα και την επόμενη μέρα πολεμώντας τη φωτιά με άλλους εθελοντές, «όλο το βράδυ του Σαββάτου ήμουν στη σκεπή του σπιτιού μου με κιάλια, και έπαιρνα την Πυροσβεστική δίνοντας σήματα».

«Το νησί έχει δύο πρόσωπα», λέει στην «Κ» ο Σωτήρης Θεοχαρόπουλος, που ξεκίνησε, μάλλον δυσοίωνα, τις διακοπές του εκεί την Κυριακή. «Το κεντρικό κομμάτι έχει υποστεί ολοσχερή καταστροφή. Η ΝΑ πλευρά, όπου βρισκόμαστε εμείς, έχει μείνει ανεπηρέαστη – επιφανειακά τουλάχιστον. Γιατί κι εδώ υπάρχει ένα πέπλο μελαγχολίας – όλοι συζητούν για τη φωτιά». Οπως περιγράφει, παντού στον κεντρικό οδικό άξονα υπάρχουν πυροσβέστες σε επιφυλακή, ενώ το νησί έχει γεμίσει και με τεχνικούς της ΔΕΗ που εργάζονται για την αποκατάσταση του ηλεκτρικού δικτύου. Σε μία ταβέρνα που πήγε, ετοίμαζαν φαγητό για τους πυροσβέστες. Το πανηγύρι στον Αβλέμονα, μακριά από τις εστίες της φωτιάς, ακυρώθηκε.

Η Ιωάννα Κατσίγερα έχει εξοχικό στα Αρωνιάδικα, που βρέθηκαν πολύ κοντά στον δρόμο της φωτιάς. «Είχαμε θέσει ως όριο το μεγάλο πεύκο έξω από το καφενείο του χωριού», λέει στην «Κ». «Αν αυτό έπιανε, θα παίρναμε τα πράγματά μας και θα φεύγαμε». Ευτυχώς, δεν χρειάστηκε. Η κ. Κατσίγερα μιλάει για τη φίλη της την Κάριν, από την Ολλανδία, που ζει πάνω από το Μυλοπόταμο μαζί με τον σύζυγό της, τον Σταμάτη. «Εχουν ζώα –άλογα, γαϊδούρια, κατσίκες, κουνέλια– τα οποία τα κατέβασαν στο χωριό και τα έβαλαν στις αυλές των σπιτιών, για να γλιτώσουν». Ενώ κάηκαν τα πάντα γύρω τους, το σπίτι της Κάριν και του Σταμάτη γλίτωσε.

Είναι η τρίτη φορά την τελευταία εικοσαετία που καίγεται η περιοχή του Μυλοποτάμου. Μετά την τελευταία μεγάλη πυρκαγιά το 2008 «είχαμε φυτέψει γύρω στα 450 κεδράκια στην περιοχή, που δεν αναδασώνονται φυσικά», λέει στην «Κ» ο Μάνος Τριφύλλης, φαρμακοποιός στο χωριό Ποταμός. «Τώρα πολλά από αυτά κάηκαν. Δεν μάθαμε από το πάθημά μας».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ