ΘΕΑΤΡΟ

Η διπλή φύση της Μήδειας

ΣΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

Ντυμένη στα μαύρα η Μήδεια (Μαρία Ναυπλιώτου) απέναντι στον Ιάσονα (Χάρης Φραγκούλης).

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αν και είναι ένα από τα πιο πολυπαιγμένα έργα, η «Μήδεια» του Ευριπίδη φαίνεται ότι συγκινεί και εξάπτει το ενδιαφέρον του κοινού, αφού 15.400 θεατές συνέρρευσαν στην Επίδαυρο για να δουν την παράσταση που σκηνοθέτησε η διευθύντρια του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν, Μαριάννα Κάλμπαρη (4, 5/8).

Με επίκεντρο τον «βωμό του έρωτα», ένα κρεβάτι που βρισκόταν στην κορυφή ενός κυκλικού βωμού τεσσάρων επιπέδων (σκηνικά Κ. Ζαμάνης), η παράσταση ξεκίνησε με Πλάτωνα και τον περί έρωτος λόγο του Αριστοφάνη στο «Συμπόσιο», που περιγράφει τη δύναμη του έρωτα μέσα από τον μύθο για το ισχυρό «ανδρόγυνο», το οποίο διαχωρίστηκε όταν τα έβαλε με τους θεούς και από τότε ο άνθρωπος αναζητεί το «άλλο του μισό». Η αφετηρία της παράστασης ήταν αρκετά πιο «ερωτική» σε σχέση με την εισαγωγή του Ευριπίδη, που μέσω της Τροφού περιγράφει εξαρχής το σκοτεινό και ήδη αιματοβαμμένο παρελθόν της Μήδειας.

Εκεί ανιχνεύεται και η ανάγνωση της τραγωδίας από τη σκηνοθέτιδα, η οποία θέλησε να δώσει έμφαση στη «βαρβαρότητα» και στα σκοτεινά ένστικτα που ξυπνάει η ερωτική προδοσία και να μιλήσει για τη φύση του έρωτα με εμβόλιμα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Ωστόσο η πρόθεση της σκηνοθεσίας δεν δικαιώθηκε πλήρως από το αποτέλεσμα της παράστασης, η οποία συνδύασε πολλά και διαφορετικά υλικά σε ένα μείγμα χωρίς ανάσες.

Η Μήδεια της Μαρίας Ναυπλιώτου απώλεσε την ανθρώπινη πλευρά της αρκετά νωρίς και συνέχισε σε ένα οργισμένο μοτίβο ερμηνείας μέχρι το τέλος, έχοντας επιβληθεί στον Ιάσονα του Χάρη Φραγκούλη που παρέμεινε ένας τυφλός από αλαζονεία και έπαρση βασιλιάς μέχρι το φινάλε του δράματος. Από τους δευτερεύοντες ρόλους ξεχώρισε ο Αιγέας του Γεράσιμου Γεννατά, ο οποίος φαίνεται να είναι ο μόνος που δεν λησμόνησε τη θεϊκή καταγωγή της Μήδειας. Τα εμβόλιμα κείμενα έδωσαν φωνή στη Γλαύκη, την κόρη του Κρέοντα και ένα από τα θύματα της Μήδειας, χωρίς ωστόσο να έχουν μια ξεκάθαρη λειτουργία στην παράσταση.

Η μουσική

Η μουσική (Π. Καλαντζόπουλος) και η τραγουδιστή απαγγελία χορικών σε μια υποβλητική, ηλεκτρική, ατμόσφαιρα θα μπορούσε να ταιριάξει με τη σκοτεινή φύση της τραγωδίας, εάν δεν χανόταν ανάμεσα στις διαφορετικές αισθητικές προσεγγίσεις του έργου. Ενδεικτικά, οι δέσμες φωτός που έβγαιναν κάτω από το ξηλωμένο κρεβάτι με κατεύθυνση στον ουρανό επέτρεπαν διάφορες αναγνώσεις. Το σκηνοθετικό εύρημα της ενσάρκωσης της διπλής φύσης της Μήδειας (Αλεξάνδρα Καζάζου), η «φωνή» που την καθοδηγεί στο απάνθρωπο σχέδιό της και η αλλαγή των κοστουμιών (της Μήδειας), σε ολοένα και πιο σκούρα χρώματα όσο προχωράμε προς το τέλος, προσμετρώνται στα θετικά της παράστασης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ