ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Είναι Αύγουστος και τα ελληνικά νησιά έχουν αρχίσει ήδη να «βαραίνουν», πόσο μάλλον οι Κυκλάδες, που ζουν, ειδικά φέτος, καλύτερες μέρες. Ενα νησί, όμως, δεν έπαψε ποτέ να ζει ημέρες δόξης και παρότι δεν είναι το μόνο, είναι εκείνο που, δεκαετίες τώρα, αποτελεί το συνώνυμο του ξέφρενου ελληνικού καλοκαιριού – ο λόγος, ασφαλώς, για τη Μύκονο. Η ανεμόεσσα των Κυκλάδων –κονταροχτυπιούνται με την Τήνο στους ανέμους– είναι μία από τις γωνίες του τετραγώνου που ενώνει την Ιμπιζα, την Αγία Νάπα και το Τελ Αβίβ.

Υπάρχουν, όμως, και εκείνα που δεν φαίνονται, τα «παρασκήνια» που καλύπτονται από τα ντεσιμπέλ, τα πάρτι, τα ποτά, τα κότερα και τις πολύβουες παραλίες. Είναι εκείνες οι ανθρώπινες τελετουργίες, που σκεπάζονται από τους γρήγορους ρυθμούς και την –πηγαία ή αναγκαστική– διασκέδαση υπό το γενναιόδωρο φως του ήλιου, το οποίο φέτος είναι λίγο πληθωρικότερο. Ο φωτογράφος Βασίλης Βρεττός ανέλαβε τον ρόλο της αποκάλυψης εκείνων που επιμένουν να συντηρούν μια χειρωνακτική παράδοση, που δεν την έχει καταπιεί, προσώρας τουλάχιστον, το high-tech κυκλαδονήσι – και ετοίμασε μια συγκινητική έκδοση, μέρος της οποίας θα εκτίθεται από την ερχόμενη Παρασκευή 11 Αυγούστου στη Δημοτική Πινακοθήκη της Μυκόνου (21.00).

Δύο χρόνια δουλειάς

Ο καλλιτέχνης, επί δύο χρόνια, καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, «ξετρύπωνε» όσους ηλικιωμένους, πλέον, προσφέρουν στη γη και δέχονται τα αγαθά της. Φωτογράφισε, όπως, εξάλλου, έχει κάνει επανειλημμένως, εν ώρα εργασίας όσους ασκούν, ακόμη και σήμερα, τα επαγγέλματα που ο χρόνος αργά και σταθερά, μοιραία, καταπίνει. Τη σπορά και το θέρισμα με το χέρι, το τάισμα των ζώων, το αλάτισμα του τυριού, την περιποίηση της ξερολιθιάς, το κρασί και το τσίπουρο από τα μικρά μποστάνια με τα παραδοσιακά πατητήρια, την κατασκευή οργάνων. «Ανέκαθεν μου άρεσε ο αθέατος ανθρώπινος κόπος πίσω από τα αγαθά που καταναλώνουμε. Ετσι συνέβη με τη Μύκονο: ήθελα να δείξω την αντίφαση μεταξύ του διεθνούς προορισμού και εκείνου που δεν φαίνεται», λέει ο Βασίλης Βρεττός στην «Κ».

Ακουσε πολλές ιστορίες, εξομολογήσεις και «ευχαριστώ», κάθε φορά που επισκεπτόταν ένα χωράφι, ένα σπίτι ή ένα μποστάνι και εξηγούσε στους ακάματους ηλικιωμένους εργάτες της γης της Μυκόνου, αλλά και της Δήλου. «Τι παράξενο. Ερχονται χιλιάδες κόσμου στη Μύκονο, και ελάχιστοι εξ αυτών πηγαίνουν στο ιερό νησί, το οποίο για μένα είναι εξίσου σημαντικό με την Ακρόπολη», λέει ο ίδιος. Στη Δήλο, μάλιστα, ο Βασίλης Βρεττός φωτογράφισε τους Γάλλους αρχαιολόγους των ανασκαφών και τους τεχνίτες.

«Τα έργα των ανθρώπων», όπως ονομάζεται η έκθεση, είναι μια σειρά φωτογραφιών που εντάσσονται στην έκδοση με την κρυμμένη όψη του νησιού, τα έξοδα της οποίας ανέλαβε ο οικείος δήμος, καθώς ήταν δική του η πρόταση προς τον φωτογράφο. Η επιμέλεια της έκθεσης αλλά και της έκδοσης είναι της Ιριδας Κρητικού, η οποία μίλησε στην «Κ»: «Ο Βασίλης αγαπάει το backstage της ζωής. Οταν συγκεντρώσαμε το υλικό που θα χρησιμοποιούσαμε, με βαριά καρδιά, το λέω ειλικρινά, διαλέξαμε τις 150 φωτογραφίες που θα εντάσσονταν στην έκδοση. Φροντίσαμε να υπάρχει τουλάχιστον μία φορά ο κάθε “ήρωας”, κυρίως διότι όλοι άνοιξαν την ψυχή τους στον φωτογράφο, κατά την υλοποίηση του πρότζεκτ».

Πράγματι, δημιουργήθηκαν φιλίες, όπως μας επιβεβαιώνει ο ίδιος ο Βασίλης Βρεττός. Η συγκίνηση που ένιωθαν οι φωτογραφιζόμενοι ήταν ανεπανάληπτη. Οχι τόσο γι’ αυτούς, όσο για τα παιδιά, τα εγγόνια τους και τις μελλοντικές γενιές, στις οποίες μένει αυτή η παρακαταθήκη – η κληρονομιά των «παππούδων και των γιαγιάδων» του νησιού που συνέχισαν μια παράδοση αιώνων δούναι και λαβείν με τη γη. «Με άγγιξε βαθιά η αγάπη τους γι’ αυτό που κάνουν. Ετσι αγάπησα κι εγώ τη Μύκονο ακόμη περισσότερο», λέει ο φωτογράφος.

«Κάποια από αυτά τα επαγγέλματα θα χαθούν σύντομα, κάποια άλλα όχι. Αυτό που είχα να κάνω εγώ ήταν να διατηρήσω ζωντανή τη μνήμη», συμπληρώνει ο ίδιος. Στην ερώτηση της «Κ» για τον λόγο που αυτοί οι παραγωγοί δεν προτίμησαν να εκμεταλλευθούν τις ευκολίες που προσφέρει η τεχνολογία, ο Βασίλης Βρεττός αποκρίνεται ότι, αφενός, το νησί δεν διαθέτει μεγάλες καλλιεργήσιμες εκτάσεις, όπως, για παράδειγμα, συμβαίνει με την ηπειρωτική Ελλάδα, και, αφετέρου, οι περισσότεροι εξ αυτών εργάζονται, πλέον, για να παραγάγουν προϊόντα κυρίως για προσωπική και οικογενειακή χρήση.

Αχρονα σπλάχνα

Υπάρχει μια μικρή συνωμοσία μεταξύ αυτών των ανθρώπων του νησιού. Δεν είναι μόνον ότι γνωρίζονται όλοι ανεξαιρέτως με τα μικρά τους ονόματα και με τα σημάδια των καιρών και των κόπων· είναι, πάνω απ’ όλα, το βάρος της κληρονομιάς που θεωρούν ότι κουβαλούν και αισθάνονται υποχρεωμένοι να διασώσουν. Ταυτόχρονα, οι ωραίες μορφές των ηλικιωμένων της Μυκόνου είναι τμήματα μιας μεγάλης παράδοσης, γενεών και γενεών, που «εισπνέουν τους ανέμους του νησιού, τιθασεύουν την αγριάδα του, εξευμενίζουν τους θεούς του, καρπίζουν το χώμα του, πλέουν τις θάλασσές του, χτίζοντας αθόρυβα ένα παράλληλο σύμπαν και φανερώνοντας τις δυνατότητες ενός νησιού που παρά την “πολλή συνάφεια του κόσμου”, διατηρεί απόκρημνες και απόκρυφες πλευρές», όπως λέει η Ιρις Κρητικού.

Οταν ζητήσαμε από τον Βασίλη Βρεττό να ξεχωρίσει μια εξομολόγηση που του χαράχθηκε στη μνήμη, δυσκολεύθηκε να διαλέξει. Λίγα δευτερόλεπτα σιωπής αργότερα, ο φωτογράφος άρχισε να διηγείται τη συνάντηση με τον Μιχάλη Κουνάνη ή Μπαμπέλη, ο οποίος όχι μόνο φτιάχνει το δικό του κρασί, αλλά κατασκευάζει και δικά του όργανα, όπως είναι η σαμπούνα. «Είναι κορυφαίος στο είδος του. Μια μέρα, αφού τελείωσε η φωτογράφιση, με κάλεσε να πιούμε ένα τσίπουρο και μου διηγήθηκε την ιστορία της ζωής του. Είχε ξεκινήσει από οκτώ χρονών, βλέποντας τα μεγαλύτερα αδέλφια του να ασχολούνται με την κατασκευή οργάνων. Στην πορεία, κατάλαβε ότι έχει περισσότερο ταλέντο από τα αδέλφια του και αποφάσισε να ασχοληθεί επαγγελματικά. Μετά το πρώτο ποτηράκι, άρχισε να παίζει το οργανάκι. Ανατρίχιασα. Ηταν το πρώτο κλικ που έγινε μέσα μου γι’ αυτήν τη σειρά φωτογραφιών. Εγινε φίλος μου, τον νιώθω πλέον δικό μου άνθρωπο».

​​Δημοτική Πινακοθήκη Μυκόνου «Μαρία Ιγγλέση», αίθουσα Ματογιάννη, Μύκονος. Ωρες λειτουργίας: 11.00-14.00 και 19.00-00.00. Διάρκεια έκθεσης: 11-20 Αυγούστου 2017.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ