ΒΙΒΛΙΟ

Η ιστορία του παππού, η μνήμη ενός τόπου

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ

Φωτογραφία του Κώστα Μπαλάφα. Το παμπάλαιο τοπίο μιας προβιομηχανικής Ελλάδας που άργησε να χαθεί.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΑΓΓΕΛΟΣ ΕΛΕΦΑΝΤΗΣ
Minima
Memorialia
Η ιστορία του παππού μου
εκδ. Πόλις, σελ. 94

Ηταν αρχές καλοκαιριού όταν αναζήτησα την εξαντλημένη έκδοση του Αγγελου Ελεφάντη (1936-2008) «Η ιστορία του παππού μου». Κάνοντας μια ύστατη προσπάθεια να το βρω, τηλεφώνησα στις εκδόσεις «Πόλις». Η ευγενική κυρία από την άλλη γραμμή σχεδόν δεν με άφησε να τελειώσω τη φράση μου: «Εχει όντως εξαντληθεί, αλλά είστε τυχερός γιατί σε λίγες εβδομάδες επανακυκλοφορεί η επαυξημένη έκδοση του βιβλίου».

Η πρώτη έκπληξη ήταν το εξώφυλλο. Δεσπόζει η μορφή της γιαγιάς και όχι του παππού. Η επιλογή οφείλεται προφανώς σε λόγους πρακτικούς (ο καταδικασμένος ερήμην σε θάνατο Δημήτρης Μηλιάκης διέφυγε το 1909 στις ΗΠΑ και δεν επέστρεψε ποτέ) αλλά και στον πρωταγωνιστικό ρόλο της γιαγιάς. Η δεύτερη έκπληξη αφορά την ίδια τη μυθιστορηματική ζωή του (ανυπότακτου) παππού: σε ηλικία 35 ετών γίνεται τσολιάς στην ανακτορική φρουρά στο Τατόι. Αλλά μπλέκει σε έναν καβγά και μαζί με έναν συνάδελφό του σκοτώνουν τον λοχαγό τους. Παίρνει τα βουνά, κρύβεται στην Πάρνηθα, μετά στον Πειραιά και στη συνέχεια φυγαδεύεται στην Αμερική. Εκπληξη νούμερο τρία: όλη η αφηγηματική «δράση» εξελίσσεται στο Νεοχώρι Φθιώτιδας, ένα πάλαι ποτέ κεφαλοχώρι στους πρόποδες του Τυμφρηστού, στα σύνορα με τον νομό Ευρυτανίας, με σημερινό πληθυσμό κοντά στους 10 γερόντους.

Μια σύντομη παρένθεση επί προσωπικού: έχοντας καταγωγή από την ευρύτερη περιοχή, αισθάνθηκα να αποκτώ ξαφνικά πρόσβαση σε έναν σφραγισμένο κόσμο, στον κόσμο του δικού μου παππού και της δικής μου γιαγιάς, έστω και με μια μικρή χρονική μετατόπιση της τάξης των 30-35 χρόνων (ο Μηλιάκης γεννήθηκε κοντά στο 1870, ο δικός μου παππούς το 1904).

Αλλά αυτός ο πραγματικός θησαυρός για όσους αγαπούν την «ιστορία των μικρών πραγμάτων» πηγαίνει πολύ πέρα από την έννοια του «τοπικού». Υπάρχει ένας ανεπανάληπτος πραγματολογικός πλούτος που ρέει από κάθε σελίδα του μικρού αυτού βιβλίου, κυρίως στο πρώτο μισό, όταν ο Ελεφάντης «συστήνει» τον παππού του στους αναγνώστες.

Ο συγγραφέας σκιαγραφεί άθελά του, ίσως, το παμπάλαιο τοπίο μιας προβιομηχανικής Ελλάδας που άργησε να χαθεί από εκείνα τα μέρη, τα μέρη του βουνού και της λάσπης, ένα ακίνητο, σχεδόν, σύμπαν που έμελλε να αλλάξει ο πόλεμος (η Κατοχή και ο Εμφύλιος) και οι μηχανές αλλά και πάλι όχι τόσο πολύ, ούτε τόσο γρήγορα όσο έγινε σε άλλες περιοχές, λιγότερο δυσπρόσιτες ή περισσότερο τουριστικές. Αραδιάζοντας τα γεγονότα το ένα πίσω από το άλλο, χωρίς συναισθηματικές «παρεμβολές», με το κρύο αίμα του αποστασιοποιημένου αφηγητή, και κάνοντας συστηματική χρήση της τοπικής, ρουμελιώτικης διαλέκτου (στο τέλος της έκδοσης υπάρχει ένα κατατοπιστικό γλωσσάρι), ο Αγγελος Ελεφάντης μας παραδίδει ατόφιο το περίγραμμα αλλά και την πάλλουσα καρδιά ενός κόσμου που ήταν ο κανόνας στην προπολεμική Ελλάδα, είχε ρίζες στην οθωμανική οργάνωση της ζωής, μύριζε φρέσκο ψωμί αλλά και κοπριά, είχε ήρωες αλλά και τρομακτικούς ληστές, ήθελε δυνατά χέρια αλλά και τύχη και αρνιόταν να σβήσει (αν έσβησε ποτέ).

Ο Ελεφάντης αντλεί από την παράδοση της Σχολής των Annales και στον επίλογο της ανέκδοτης έως σήμερα επιστολής του σε έναν ξάδελφό του αποκαλύπτει τον λόγο για τον οποίο έκατσε κι έγραψε την ιστορία του παππού: «Πολύ θα ήθελα τα νεότερα τέκνα του Νεοχωρίου, απ’ τις ανηψιάδες μου ώς εκείνα τα πλάσματα που μαζεύονται τα καλοκαίρια στο χωριό κι αγνοούν ακόμα και τον Αμπλα, να διάβαζαν τα “Minima Memorialia”. Ισως γίνουν μια στάλα λιγότερο αδιάφορα, όχι μόνο για τον τόπο της καταγωγής τους, αλλά γενικότερα».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ