ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Οι μετανάστες, στήριγμα για την οικονομία και την αγορά εργασίας των ΗΠΑ

EDUARDO PORTER*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ε​​ίναι ευνόητο πως δεν υπάρχουν αρκετοί ανειδίκευτοι εργάτες στις ΗΠΑ για να ανταποκριθούν στην τεράστια ζήτηση, καθώς η γενιά του πολέμου γερνάει και βγαίνει από την αγορά εργασίας. Εκτιμάται πως από το 2014 έως το 2024 αυξάνεται πολύ η ζήτηση για ανειδίκευτους εργάτες σε οκτώ από τα 15 επαγγέλματα που δεν χρειάζονται εκπαίδευση: οικιακοί βοηθοί, προσωπική φροντίδα, μαγειρική και ετοιμασία γευμάτων κ.λπ. Οπως επισημαίνει ο Ντέιβιντ Καρντ, καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ, «σε 10 χρόνια, θα υπάρχουν πάρα πολλοί ηλικιωμένοι άνθρωποι, αλλά σχετικά λίγοι επαγγελματίες ικανοί να τους βοηθήσουν στην προσωπική τους υγιεινή».

Το ζήτημα δεν είναι, όμως, μόνον οι ανάγκες για την κάλυψη ελλείψεων στην αγορά εργασίας. Τα εκατομμύρια των ανειδίκευτων μεταναστών έχουν βελτιώσει σε μεγάλο βαθμό τη ζωή των Αμερικανών. Ακούγεται πολύ ότι οι μετανάστες παίρνουν τις θέσεις εργασίας των Αμερικανών τους οποίους ανταγωνίζονται ως εργατικό δυναμικό. Το επιχείρημα αυτό, όμως, παρακάμπτει πολλές αλήθειες: οι ανειδίκευτοι εργάτες είναι επίσης καταναλωτές αμερικανικών προϊόντων και υπηρεσιών, η φτηνή εργασία τους αυξάνει την παραγωγή και επίσης μειώνει τις τιμές. Σύμφωνα, άλλωστε, με έκθεση της Εθνικής Ακαδημίας, τα παιδιά των μεταναστών τείνουν να ειδικεύονται περισσότερο και να συνεισφέρουν στα ταμεία του κράτους περισσότερο από ορισμένους Αμερικανούς.

Είναι κρίσιμο να αντιληφθούμε ότι, αντίθετα με ό,τι λέγεται, οι ανειδίκευτοι εργάτες δεν στερούν τους ανειδίκευτους Αμερικανούς από τις θέσεις εργασίας τους· συχνά μάλιστα οδηγούν στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και με καλύτερους μισθούς. Η παρουσία τους μπορεί να οδηγεί σε αύξηση των επενδύσεων ενώ η μετατόπιση των θέσεων εργασίας που προκαλούν αυξάνει την παραγωγικότητα. Η κακή φήμη που συνοδεύει τους μετανάστες οφείλεται στο ότι έχουμε την τάση να ξεχνάμε πως διαφέρουν από τους αυτόχθονες και μάλιστα με τρόπους που συχνά προστατεύουν από τον ανταγωνισμό των ξένων ακόμη και τους πιο ανειδίκευτους Αμερικανούς εργάτες. Εφόσον δεν μιλούν αγγλικά, οι καινούργιοι μετανάστες καταλαμβάνουν χειρωνακτικές θέσεις εργασίας, όπως είναι το πλύσιμο των πιάτων για παράδειγμα. Δεν μπορούν, όμως, να εργασθούν σε τομείς που προϋποθέτουν δυνατότητα επικοινωνίας με καταναλωτές ή με προμηθευτές. Αυτές οι θέσεις εργασίας παραμένουν ελεύθερες για τους Αμερικανούς. Στο μεταξύ οι εργοδότες εξοικονομούν χρήματα επειδή οι μετανάστες προσφέρουν φτηνή εργασία και συχνά ανοίγουν νέες επιχειρήσεις στις οποίες χρειάζονται άτομα ικανά να επικοινωνούν με τους πελάτες.

Το πρόγραμμα Μπασέρο επέτρεπε στα αγροκτήματα να προσλαμβάνουν εργάτες από το Μεξικό. Εληξε το 1964 και οι σχετικές μελέτες καταδεικνύουν πως δεν αυξήθηκαν οι μισθοί των Αμερικανών στη συνέχεια. Από το βαμβάκι μέχρι τις ντομάτες, οι εργοδότες προτίμησαν να αγοράσουν μηχανές παρά να καταβάλουν υψηλότερους μισθούς. Μια άλλη μελέτη κατέδειξε πως τα εργοστάσια που απασχόλησαν ανειδίκευτους εργάτες τις δεκαετίες του 1980 και του 1990 άργησαν να στραφούν στον αυτοματισμό. Αλλες έρευνες κατέδειξαν ότι δεν είναι μόνον οι εργοδότες που προσαρμόζονται στην άφιξη φτηνών εργατικών χεριών. Οι Αμερικανοί εργαζόμενοι προσαρμόζονται επίσης μετακινούμενοι σε επαγγέλματα που δεν απειλούνται τόσο από τους μετανάστες. Μελετώντας τα αρχεία από το 1940 και έκτοτε, η Τζένιφερ Χαντ, καθηγήτρια Οικονομικών στο Rutgers, κατέληξε στο συμπέρασμα πως για κάθε ποσοστιαία μονάδα που αυξάνεται ο αριθμός των μεταναστών, αυξάνεται κατά 0,8% το ποσοστό των Αμερικανών που ολοκληρώνουν τη μέση εκπαίδευση.

* Ο κ. Eduardo Porter είναι οικονομικός αρθρογράφος των The New York Times.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ