ΜΟΥΣΙΚΗ

Η Αρλέτα των πόλεων, της αγάπης και των αντίο μας

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

Η Αρλέτα ήταν ένα safe place να πεις τον πόνο σου με τις δικές της λέξεις, τη δική της κιθάρα – σε απαλλάσσει και από αυτό το βάρος, των λέξεων.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τι άλλο μπορεί να συμβεί όταν είσαι ένα αυγουστιάτικο βράδυ στις ξαλαφρωμένες –λόγω θέρους– παρυφές του κέντρου της Αθήνας, πέρα από το να δεις να παίρνει σάρκα και οστά ο στίχος της Μαριανίνας Κριεζή «η Αθήνα θ’ ανάβει σα μεγάλο καράβι»; Ναι, με τη φωνή της Αρλέτας, ποιας άλλης; Με τα 72 της χρόνια, έφυγαν παρέα μερικά από τα παραμύθια που μας είπε για τις μικρές κοινές αλήθειες μας, την αγάπη και τα αντίο, και ένα κομμάτι της μεταπολεμικής Ελλάδας που ακόμη αναζητεί την ταυτότητά της μέσα στον κόσμο, με εφόδιο την ψυχοσύνθεση του Ελληνα που πάντα αδυνατεί να αποφασίσει εάν θέλει να χορεύει στον ρυθμό του κόσμου της λογικής ή σε εκείνον του ακραίου συναισθήματος.

Η Αρλέτα μάς έχει αφήσει τραγούδια που έχουν πλέον καταγραφεί στο DNA μας. Το να τα αναφέρεις είναι σαν να λες μιαν απλή «καλημέρα» στον διπλανό σου. Ενδεχομένως δεν δίνουν όλοι σημασία στην ιστορία των πόλεών μας στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, όπως υπάρχει στα έργα της, αλλά όλοι ξέρουν τη «Σερενάτα» – σαν ένα μελωδικό, προσωπικό «Πάτερ ημών». Διότι, η Αρλέτα ήταν ανακούφιση, ένα safe place να πεις τον πόνο σου με τις δικές της λέξεις, τη δική της κιθάρα – σε απαλλάσσει και από αυτό το βάρος, των λέξεων. Είχε πάντα μιαν ιστορία να σου τραγουδήσει, που να «ταιριάζει». Η Αρλέτα ταίριαζε στις πόλεις και σ’ εκείνους που χάνουν τρένα για να φύγουν μακριά, αλλά, στο τέλος, βρίσκουν παρηγοριά στα φώτα των αυτοκινήτων, στα ναυαγισμένα μπαρ, «σ’ έναν παλιό σκοπό που προσπαθείς να λησμονήσεις». Αλλά: «Αυγουστιάτικο μπουρίνι, με ναυάγησες».

«Μπήκα από λάθος και έμεινα από αφηρημάδα», έλεγε για τη μουσική, δίχως να γνωρίζει, ίσως, ότι αυτό είναι το βασικό μας συστατικό. Είμαστε αφηρημένοι οι Ελληνες και η Αρλέτα, με τον τρόπο της, απλώς πρότεινε μια στιγμή σιωπής, πού και πού, για να ισορροπήσουμε. Ηταν ένα κομμάτι μιας Αθήνας περήφανης για το Κολωνάκι και τα Εξάρχειά της, για τον αγώνα της να παλαντζάρει μεταξύ του οπλισμένου σκυροδέματος της αγάπης και της κινούμενης άμμου της αστικής ρουτίνας. Τραγούδησε τη σιωπή, σεβόμενη τις απόκρυφες γωνιές μας. Η Αρλέτα ήταν τα ήσυχα ακόρντα της ζωής μας – σ’ ένα διαμέρισμα, ένα γραφείο, ένα αυτοκίνητο.

«Από λάθος και αφηρημάδα». Τι παράξενο· η ελληνίς γη μπορεί να χαρίσει ακόμη μύθους στο παρόν της, έστω και μες στην αφηρημάδα της, πνιγμένη από τα λάθη της. Μύθους, όπως εκείνος, ο σκιερός, της Γιώτας Γιάννα, που αποχαιρέτισε τη μεγάλη παραμυθού των πόλεών μας με τη φυσαρμόνικά της, ακουμπώντας σ’ ένα φέρετρο στολισμένο με κιθάρα και λουλούδια.

Αρλέτα, «και πάλι χαίρετε».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ