ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η φυλάκιση του Ανδρέα Παπανδρέου

ΣΠΥΡΟΣ ΔΡΑΪΝΑΣ*

24 Δεκεμβρίου 1967. Μετά την απελευθέρωσή του, ο Ανδρέας Παπανδρέου φθάνει στο σπίτι του. Από αριστερά, η μητέρα του Σοφία Μινέικο, τα παιδιά του Νίκος, Γιώργος, Ανδρέας και Σοφία, η σύζυγός του Μαργαρίτα και ο Γιώργος Κατσιφάρας. Πίσω από τον Ανδρέα, ο Αντώνης Στρατής.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Στην ταραχώδη πολιτική καριέρα του Ανδρέα Παπανδρέου, η σύλληψή του τις πρωινές ώρες της 21ης Απριλίου 1967 αποτελούσε «ώρα μηδέν». Στα τρία χρόνια που προηγήθηκαν, ο αμφιλεγόμενος πολιτικός αναδείχθηκε σε κεντρικό παράγοντα στις εκρηκτικές πολιτικές συγκρούσεις –με τη μοναρχία, τις αμερικανικές διπλωματικές και μυστικές υπηρεσίες και τις συνωμοτικές ομάδες Ελλήνων αξιωματικών– οι οποίες κατέληξαν στη βίαιη ανατροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος της χώρας. Η απομόνωσή του στις Φυλακές Αβέρωφ, όπου θα μείνει για σχεδόν εννέα μήνες, του στέρησε το κεντρικό στοιχείο της ταυτότητάς του ως κινητήριας δύναμης στα πολιτικά δρώμενα.

Παραδόξως, η ίδια η πολιτική ακινητοποίηση του Παπανδρέου τον καθιστούσε σημαντικό παράγοντα στις πολιτικές διεργασίες που θα καθόριζαν τη μοίρα της παπαδοπουλικής χούντας στον πρώτο χρόνο της στην εξουσία, ιδιαίτερα στις ζωτικής σημασίας σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μάλιστα, από τις πρώτες ώρες μετά την εκδήλωση του πραξικοπήματος, η σύλληψη του Ανδρέα Παπανδρέου υπήρχε αγκάθι στο πλευρό της κυβέρνησης Τζόνσον των ΗΠΑ.

«Οι φίλοι του ρωτούν για την ασφάλειά του»

Την επομένη του πραξικοπήματος, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Ντιν Ρασκ, παρότρυνε τον πρόεδρο Τζόνσον οι ΗΠΑ να αποφύγουν δημόσια καταδίκη του πραξικοπήματος, καθώς μια τέτοια ενέργεια ενείχε τον κίνδυνο δημιουργίας ρηγμάτων εντός των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, αποτυχίας του πραξικοπήματος και πρόκλησης χάους στη χώρα. Σε κάθε περίπτωση, το μόνο πλήγμα από μια στάση σιωπής θα ήταν ο αντίκτυπος στις σχέσεις του Τζόνσον με τις «κοινότητες διανοουμένων και φιλελευθέρων στις ΗΠΑ... οι οποίες θα οξυνθούν από το γεγονός ότι ο πλέον αμφίσημος πολιτικός κρατούμενος στην Αθήνα είναι ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο οποίος έχει πολλούς φίλους ανάμεσα στην εδώ ακαδημαϊκή κοινότητα», εξηγούσε ο σύμβουλος εθνικής ασφαλείας του Τζόνσον, Ουόλτ Ρόστοου. «Οι προσωπικοί του φίλοι τηλεφωνούν σε υψηλά κλιμάκια όλη μέρα, ρωτώντας για την ασφάλειά του… Πιέσεις για εκδήλωση άποψης [για το πραξικόπημα] προέρχονται από μικρή μερίδα – τους προσωπικούς φίλους του Αντρέα».

Tο Στέιτ Ντιπάρτμεντ

Ο Τζόνσον απεδέχθη τη σύσταση να παραμείνουν σιωπηρές οι ΗΠΑ. Ομως μία εβδομάδα αργότερα, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ εξέδωσε, τελικά, ανακοίνωση. Πέραν της έκφρασης λύπης για το πραξικόπημα, η ανακοίνωση τόνιζε ικανοποίηση για το κάλεσμα του βασιλιά για «επιστροφή σε κοινοβουλευτική διακυβέρνηση σύντομα», αλλά και για τη δήλωση της κυβέρνησης των πραξικοπηματιών ότι «η Ελλάδα θα συνεχίσει να στηρίζει σθεναρά το ΝΑΤΟ».

Ο εγκλεισμός του Ανδρέα, όμως, παρέμενε πρόβλημα. Στις 26 Απριλίου, αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ έστειλε απόρρητη έκθεση στον Λευκό Οίκο προτείνοντας οι ΗΠΑ να παροτρύνουν «την κυβέρνηση των πραξικοπηματιών, απλώς, να απελάσουν τον Αντρέα. Κανείς δεν πιστεύει ότι η ελληνική πολιτική σκηνή μπορεί να καταλαγιάσει μέχρι να βγει απ’ το κάδρο», σχολίαζε ο αξιωματούχος, «οπότε, η απέλαση θα κάλυπτε τις ανάγκες μας στο εσωτερικό, ενώ ταυτόχρονα θα ήταν και ένα όφελος για την [πραξικοπηματική] κυβέρνηση». Αυτές οι «ανάγκες στο εσωτερικό» αντανακλούσαν τις συνεχιζόμενες πιέσεις που ασκούσαν οι «προσωπικοί φίλοι» του Ανδρέα. Αυτή η «μικρή ομάδα» συμπεριελάμβανε μια σειρά από πολιτικώς πολύ ισχυρά άτομα που ανήκαν στις πολλαπλασιαζόμενες φωνές εντός του Δημοκρατικού Κόμματος και των ακαδημαϊκών κύκλων που διαμαρτύρονταν για τη στρατιωτική εμπλοκή του Τζόνσον στο Βιετνάμ. Ανάμεσά τους ήταν ο Τζον Κένεθ Γκάλμπρεϊθ, ένας φημισμένος φιλελεύθερος οικονομολόγος· ο Καρλ Κέισεν, σύμβουλος ασφαλείας επί Κένεντι· ο πρώην κυβερνήτης της Καλιφόρνιας Εντμουντ Μπράουν· και ο Ουόλτερ Χέλερ, ο οποίος προΐστατο του Συμβουλίου Οικονομικών Συμβούλων του Κένεντι. Εντός αυτής της «διανοούμενης και φιλελεύθερης κοινότητας» η φυλάκιση του Ανδρέα κατέστη σημείο αναφοράς, σύμβολο της Ελλάδος ως θύματος της «αλαζονείας της εξουσίας» που εκδηλωνόταν από τις ΗΠΑ στη διεξαγωγή του Ψυχρού Πολέμου. Επίσης, ανάμεσα στους υποστηρικτές του Ανδρέα που είχαν επιρροή συγκαταλέγετο η Ζακλίν Κένεντι, μελλοντική σύζυγος του Αριστοτέλη Ωνάση, η οποία δώρισε 500 δολάρια στην καμπάνια για την απελευθέρωσή του.

Επιδείνωση της εικόνας της χούντας στα ΜΜΕ

Ομως οι διαμαρτυρίες αυτών των κύκλων δεν ήταν ο μόνος παράγοντας που τροφοδοτούσε το ενδιαφέρον να «βγάλουν από το κάδρο» τον Παπανδρέου. Οι πιέσεις που ανεδύοντο από το Πεντάγωνο επίσης το ενίσχυσαν. Στον απόηχο του αραβοϊσραηλινού Πολέμου των Εξι Ημερών στις αρχές Ιουλίου, το Πεντάγωνο, επικαλούμενο την αυξημένη «στρατηγική σημασία του ελληνικού χερσαίου και εναέριου χώρου», πίεζε τον πρόεδρο Τζόνσον να ομαλοποιήσει τις σχέσεις με τη χούντα. Παρότι δεν ήταν το μοναδικό εμπόδιο στην ομαλοποίηση, η φυλάκιση του Παπανδρέου, μαζί με σειρά νέων καταπιεστικών μέτρων, όπως η στέρηση της ελληνικής ιθαγένειας από τη Μελίνα Μερκούρη και τη σύλληψη του Ευάγγελου Αβέρωφ, προκάλεσαν «επιδείνωση της εικόνας» της χούντας στα αμερικανικά ΜΜΕ. Η ανανέωση της αμερικανικής στρατιωτικής βοηθείας «είναι εκτός συζήτησης επί του παρόντος», πληροφορήθηκε ο Τζόνσον στις αρχές Σεπτεμβρίου, «εξαιτίας της ισχυρής αντίθεσης […] από το Κογκρέσο και τον λαό». Αλλά και σε χώρες όπως η Δανία και η Νορβηγία, τα εχθρικά δημόσια αισθήματα απέναντι στη δικτατορία, σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας της δημοτικότητας του Παπανδρέου στους σοσιαλδημοκράτες, έβαλαν την ελληνική υπόθεση στην πολιτική ατζέντα του ΝΑΤΟ. Εξίσου προβληματική για τους Αμερικανούς αξιωματούχους ήταν η Αμερικανίδα σύζυγος του Ανδρέα, η πολυμήχανη Μαργαρίτα Παπανδρέου η οποία, από την Αθήνα, έπαιξε σημαντικό ρόλο στο να διατηρεί ενεργή τη διαμαρτυρία ανάμεσα στους οπαδούς του Ανδρέα στο εξωτερικό μέσα από ένα κρυφό δίκτυο έμπιστων συμμάχων στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες, συμπεριλαμβανομένου του Στάνλεϊ Σαϊνμπάουμ, ενός περιπατητικού, ευκατάστατου αριστερού-φιλελεύθερου ακτιβιστή. Τον Οκτώβριο του 1967, ο Σαϊνμπάουμ δημοσίευσε ένα πολυδιαβασμένο άρθρο που απέδειξε ότι η Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΚΥΠ) στην Ελλάδα είχε χαλκεύσει βασικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για παραπομπή του Παπανδρέου για πράξεις εσχάτης προδοσίας – η αιτιολόγηση της χούντας για τη φυλάκισή του. Με τη Μαργαρίτα και τους συμμάχους της να προετοιμάζονται να στείλουν διεθνώς καταξιωμένους δικηγόρους στην Αθήνα για την επικείμενη δίκη, η χούντα αντιμετώπιζε την πιθανότητα μιας διεθνούς καταστροφής στο πεδίο των δημοσίων σχέσεων. Η κυβέρνηση Τζόνσον είχε έναν επιπρόσθετο καλό λόγο να θέλει να βγάλει τον Παπανδρέου «έξω από το κάδρο».

Οι επιπτώσεις από την κρίση στην Κύπρο

Τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο, έλαβαν χώρα δύο καθοριστικά γεγονότα που έδωσαν στην αμερικανική κυβέρνηση τη δυνατότητα να το πράξει. Το πρώτο ήταν η κρίση στην Κύπρο. Η δεύτερη ήταν η απόπειρα αντι-πραξικοπήματος του βασιλιά. Αυτά τα δύο γεγονότα θα διέλυαν τις αβεβαιότητες που εξακολουθούσαν να συσκοτίζουν το μέλλον του καθεστώτος, δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις για την απελευθέρωση του Ανδρέα Παπανδρέου.

Στα μέσα Νοεμβρίου, διακοινοτική βία στην Κύπρο έφερε την Ελλάδα και την Τουρκία στα πρόθυρα πολέμου. Η κρίση πέρασε, όταν, με τον καθοριστικό ρόλο του Παπαδόπουλου, η Ελλάδα υπέκυψε στις τουρκικές απειλές για εισβολή στο νησί αποσύροντας την ελληνική μεραρχία που ο πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου είχε στείλει το 1964 για να υπερασπιστεί την Κύπρο. Η συμφωνία επιτεύχθηκε με τη μεσολάβηση του Σάιρους Βανς, τον οποίο ο πρόεδρος Τζόνσον είχε αποστείλει στην περιοχή. Η κρίση είχε δραματικές επιπτώσεις στην εκτίμηση των Αμερικανών αξιωματούχων για τον Παπαδόπουλο. Σε μια μυστική έκθεση που συντάχθηκε για τον Τζόνσον στον απόηχο των γεγονότων, ο Βανς εξήρε τον Παπαδόπουλο ως επιδείξαντα «όχι μόνο πίστη στη δυτική συμμαχία, αλλά και την ικανότητα να κατανοήσει ένα πολύπλοκο πρόβλημα της πολιτικής τέχνης». Σημείωσε επίσης ότι το «ελληνικό καθεστώς έχει αναδειχθεί ως ένας πιο αξιόπιστος σύμμαχος από ό,τι θεωρούσαμε ότι είναι μεταξύ Απριλίου και Οκτωβρίου». Η επιδέξια διαχείριση της κρίσης από τον Παπαδόπουλο ανέδειξε την ικανότητα του ως αξιόπιστου συμμάχου, ενισχύοντας την επένδυση της κυβέρνησης Τζόνσον στην επιβίωση της δικτατορίας. Εντός Ελλάδος, όμως, η απόσυρση της ελληνικής μεραρχίας από την Κύπρο θεωρήθηκε ως μια ταπεινωτική υποχώρηση μπροστά στις τουρκικές απειλές και, για πολλούς αξιωματικούς, ως εθνική προδοσία. Επιπλέον, ορμώμενος από την κρίση, ο Καραμανλής, από την αυτοεξορία του στο Παρίσι, αποφάσισε στα τέλη Νοεμβρίου να σπάσει τη σιωπή του. Σε μία συνέντευξή στον ξένο Τύπο, κάλεσε τη Χούντα να παραιτηθεί. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα οδήγησε τον Κωνσταντίνο να προχωρήσει στο πολυαναμενόμενο αντι-πραξικόπημα στις 13 Δεκεμβρίου. Το αντι-πραξικόπημα γρήγορα άρχισε να παραπαίει, λήγοντας το επόμενο πρωί με τη διαφυγή του Κωνσταντίνου και της βασιλικής οικογένειας στην Ιταλία. Το μοιραίο κίνημα επέτρεψε στη Χούντα του Παπαδόπουλου να απομονώσει τους εναπομείναντες θύλακες της αντιπολίτευσης μέσα στο σώμα των αξιωματικών, διαλύοντας κάθε αμφιβολία σχετικά με τη βιωσιμότητά της. Ο πανίσχυρος πλέον Γιώργος Παπαδόπουλος πέρασε στο προσκήνιο για να αναλάβει τις θέσεις του πρωθυπουργού και του υπουργού Αμυνας.

Απελευθέρωση και έναρξη της πολιτικής δράσης

Με τον Παπαδόπουλο σταθερά στην εξουσία, η κυβέρνηση Τζόνσον έστρεψε την προσοχή της στην εξάλειψη του τελικού εμποδίου για να σφραγίσει την πολιτική επένδυση στη χούντα: την κράτηση του Παπανδρέου στις φυλακές Αβέρωφ. Στις 20 Δεκεμβρίου, μία εβδομάδα μετά το δύσμοιρο πραξικόπημα του βασιλιά, αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ συναντήθηκε με τον κρυφό δίαυλο του Παπαδόπουλου στην Ουάσιγκτον, τον Ελληνοαμερικανό επιχειρηματία Τομ Πάππας. Ο Πάππας τον ρώτησε «τι ήθελαν οι ΗΠΑ» από τη χούντα «προκειμένου να επιτευχθεί σεβασμός και κατανόηση εκ μέρους των ΗΠΑ». Ο Αμερικανός αξιωματούχος εξήγησε ότι η «απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων, και ιδιαίτερα του Ανδρέα Παπανδρέου», θα ήταν «ένα εποικοδομητικό βήμα» προς την «επιστροφή στην ομαλότητα» στην Ελλάδα. Τρεις ημέρες αργότερα, ο Ανδρέας βρέθηκε στην αγκαλιά της οικογένειάς του. Στις 15 Ιανουαρίου 1968, μετά τρεις εβδομάδες εντατικών διαβουλεύσεων κυρίως με τον πατέρα του, ο Ανδρέας επιβιβάστηκε σε πτήση συνοδεία της οικογένειάς του και αναχώρησε για το Παρίσι και την αρχή, όπως έγραψε η Μαργαρίτα, ενός «μακρού και αργού δρόμου της επιστροφής προς την συναισθηματική και σωματική αποκατάσταση». Καθώς ο Ανδρέας προετοιμαζόταν για την πρώτη συνέντευξη Τύπου στην εξορία, η Μαργαρίτα φοβόταν ότι η απόδοσή του μπορεί να ήταν κακή. Οι φόβοι της διαψεύστηκαν. Με ανακούφιση, αντιλήφθηκε ότι ο Ανδρέας είχε επιστρέψει στον κόσμο – και ο κόσμος σε αυτόν. Επειτα από μια ταχεία περιοδεία σε δυτικοευρωπαϊκές πρωτεύουσες, έφτασε στη Στοκχόλμη, όπου στις 26 Φεβρουαρίου ανακοίνωσε τη δημιουργία του Πανελληνίου Απελευθερωτικού Κινήματος (ΠΑΚ), την αντιστασιακή οργάνωση που θα αποτελούσε το όχημά του στον αγώνα ενάντια στη χούντα τα επόμενα εξίμισι χρόνια.

Eπιστολές

Εν τω μεταξύ, στις αρχές Ιανουαρίου, ο πρωθυπουργός Παπαδόπουλος έγραψε στον πρόεδρο Τζόνσον μια φιλική επιστολή που εξηγούσε τα σχέδια της χούντας για τη διεξαγωγή ελεύθερων εκλογών, όταν θα καθίστατο «πρακτικά δυνατό και ψυχολογικά σκόπιμο» να το πράξει. Στην απαντητική επιστολή, ο πρόεδρος των ΗΠΑ επαίνεσε τα πρόσφατα μέτρα που λάμβανε η χούντα «για να αποκατασταθεί μια πιο κανονική κατάσταση στην ελληνική πολιτική και κοινωνική ζωή» και χαιρέτισε τη δέσμευση του Παπαδόπουλου να «διατηρήσει τη βασική δομή της κυβέρνησης, η οποία επικρατούσε στην Ελλάδα» πριν από το πραξικόπημα του Απριλίου. Η αλληλογραφία αυτή μεταξύ των δύο ηγετών κρατήθηκε μυστική στην Ουάσιγκτον και στην Αθήνα. Λίγο αργότερα, ο πρεσβευτής των ΗΠΑ υποδέχθηκε με τιμές τον πρωθυπουργό Παπαδόπουλο στο κατάστρωμα του αεροπλανοφόρου USS «Franklin D. Roosevelt». Βομβαρδισμένος από φωτογραφίες της εκδήλωσης στον ελεγχόμενο αθηναϊκό Τύπο, ο ελληνικός λαός έλαβε το μήνυμα.

* Ο κ. Σπύρος Δραΐνας είναι συγγραφέας του βιβλίου «Ανδρέας Παπανδρέου: Η γέννηση ενός πολιτικού αντάρτη», εκδ. Ψυχογιός.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ