ΕΛΛΑΔΑ

Μια αγκαλιά που άργησε δώδεκα χρόνια

ΒΙΚΥ ΚΑΤΕΧΑΚΗ

Η Ταμάρα πέφτει στην αγκαλιά του Βάνο και εκείνος της χαμογελά. Υστερα από δώδεκα χρόνια, μητέρα και γιος συναντώνται ξανά στο αεροδρόμιο της Αθήνας.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η πτήση από το Κίεβο θα είχε καθυστέρηση. Παράταση στην αγωνία για σαράντα πέντε λεπτά ακόμη. Η Ταμάρα περιμένει, αλλά η ψυχραιμία της εξαντλείται. Το κορμί της τρέμει, τα χέρια της ιδρώνουν. Σε λίγη ώρα –επιτέλους– θα μπορέσει να αγκαλιάσει τον γιο της. Εχουν περάσει δώδεκα χρόνια από τότε που τον είδε για τελευταία φορά, την ημέρα που ξεκινούσε το ταξίδι της για την Ελλάδα. Της είχαν τηλεφωνήσει το προηγούμενο απόγευμα στο σπίτι και της είχαν πει ότι όλες οι λεπτομέρειες είχαν κανονιστεί. Θα μπορούσε να φτάσει στην Τουρκία με τρένο από την Τιφλίδα και από εκεί από τα σύνορα με πούλμαν στην Αθήνα.

«Ο Βάνο ήταν έντεκα χρονών όταν τον άφησα στους γονείς μου. Τη νύχτα προτού φύγω δεν κοιμήθηκα ούτε εγώ ούτε το παιδί. Ο μικρός έκλαιγε και μου έλεγε “μαμά, γιατί θα φύγεις;” Του είπα ότι δεν ήθελα, αλλά έπρεπε. Είχαμε φτάσει στο “μηδέν”, δεν πήγαινε άλλο», αφηγείται στην «Κ» η Ταμάρα και περιγράφει το επόμενο πρωί, όταν ο γιος της τη συνόδευσε μαζί με τη γιαγιά και τον παππού του στον σταθμό. «Είχα μπει στο τρένο και ο μικρός είχε γαντζωθεί πάνω μου, δεν ήθελε να με αφήσει. Με παρακαλούσε να μείνω. Προσπάθησα να μη βάλω τα κλάματα και τότε φώναξα στη μητέρα μου: “Βγάλ’ τον από το τρένο σε παρακαλώ, τι τον κοιτάς; Δε βλέπεις ότι κλαίει;” Σε όλο το ταξίδι, ήμουν βουρκωμένη. Δεν έβαλα μπουκιά στο στόμα μου».

«Δεν είχα επιλογή»

Η Ταμάρα έφυγε από τη Γεωργία το 2005. Η οικονομική κατάσταση ήταν τότε πολύ δύσκολη, περιγράφει. Δουλειές δεν υπήρχαν, τα χρήματα στην τράπεζα είχαν «εξατμιστεί», δεν μπορούσαν ούτε τα βασικά να εξασφαλίσουν. Τότε πήρε την απόφαση να φύγει για την Αθήνα. Της είχαν πει ότι και δουλειά θα έβρισκε και τα χρήματα θα ήταν καλά. Αλλωστε οι περισσότεροι συμπατριώτες της επέλεγαν την Ελλάδα για να μεταναστεύσουν. Οταν έφτασε στην Αθήνα, πήγε αμέσως σε ένα γραφείο για να αναζητήσει δουλειά. «Μου είπαν ότι θα μπορούσα να πάω στην Κύθνο, να εργαστώ σε μια ταβέρνα. Δεν το σκέφτηκα ούτε λεπτό, έφυγα την επόμενη μέρα. Οι ιδιοκτήτες ήταν ευχαριστημένοι μαζί μου και για τρία καλοκαίρια πήγαινα να δουλέψω εκεί. Τον χειμώνα έβρισκα περιστασιακές δουλειές στην Αθήνα και ποτέ δεν είχα παράπονο. Ολα αυτά τα χρόνια έστελνα χρήματα στους γονείς μου για να μεγαλώνουν άνετα το παιδί», λέει η Ταμάρα.

Τα δώδεκα χρόνια που ζει στην Ελλάδα, έχει καταφέρει να κερδίσει την εμπιστοσύνη των ανθρώπων που της έχουν προσφέρει εργασία. Τα τελευταία τέσσερα, έχει σταθερή δουλειά, φροντίζοντας μια ηλικιωμένη γυναίκα μιας πενταμελούς οικογένειας. Ολοι την έχουν δεχθεί σαν να είναι και η ίδια μέλος της οικογένειάς τους. Αλλά και η Ταμάρα, όπως λέει, νιώθει για εκείνους απέραντη αγάπη και ευγνωμοσύνη.

Κι όμως, δεν έχει περάσει στιγμή που να μην έχει τον νου της στο σπίτι της στην Τιφλίδα. Κάθε μέρα επικοινωνεί με τον γιο της μέσω Viber ή Skype. «Ολα αυτά τα χρόνια, μιλάω μαζί του είτε στο τηλέφωνο είτε μέσω Ιντερνετ. Εχω χάσει πολλές από τις στιγμές που θα μπορούσα να ζήσω με το παιδί μου», λέει και περιγράφει κάποιες στιγμές που η επικοινωνία ήταν δύσκολη, γεμάτη φόρτιση. «Θυμάμαι, μία μέρα που είχε επιστρέψει από το σχολείο, μου είχε πει “βρε μαμά, όλα τα παιδιά που γυρίζουν στο σπίτι βρίσκουν τη μαμά τους να τους περιμένει. Εγώ γιατί δεν τη βρίσκω;”»

Οση ώρα περιμένω μαζί της στο αεροδρόμιο, η Ταμάρα μού μιλάει για τα σχέδιά της τις δέκα ημέρες που θα φιλοξενήσει τον γιο της στην Αθήνα. «Εχω σχεδιάσει να ανεβούμε στην Ακρόπολη για να θαυμάσουμε τον ελληνικό πολιτισμό, να περπατήσουμε στην Πλάκα και στο Μοναστηράκι και να πάμε μαζί για μπάνιο στο Σούνιο».

Υστερα από λίγο, η πόρτα του αεροδρομίου ανοίγει και ο Βάνο βγαίνει, φορώντας αθλητικά ρούχα και το καπέλο του ανάποδα. Δείχνει άνετος, ίσως γιατί έτσι θέλει να φαίνεται. Η Ταμάρα πέφτει στην αγκαλιά του κι εκείνος χαμογελά. Από εκείνη τη στιγμή και για τις επόμενες δέκα ημέρες, μητέρα και γιος θα έχουν πολλά να πουν.

Η ιστορία της Ταμάρα δεν είναι η μοναδική. Πολλές συμπατριώτισσές της έχουν αναγκαστεί να ζήσουν μακριά από τα παιδιά τους για χρόνια, προκειμένου να εργαστούν και να συνεισφέρουν στην οικογένεια. «Μια φίλη μου περιμένει στο τέλος του μήνα να συναντήσει την κόρη της εδώ στην Αθήνα. Εχει να τη δει δεκατέσσερα χρόνια και ακόμη περισσότερο τα άλλα δύο της παιδιά. Μία άλλη συμπατριώτισσα μου, άφησε πίσω το μωρό της εννιά μηνών για να έρθει να δουλέψει στην Ελλάδα», λέει και εξηγεί ότι οι περισσότερες έφυγαν από τη Γεωργία με την προοπτική να επιστρέψουν ύστερα από λίγα χρόνια. «Ξέρω αρκετές γυναίκες που κατάφεραν να επιστρέψουν, αλλά για λίγο. Γρήγορα, αναγκάστηκαν να ξαναγυρίσουν εδώ καθώς στην πατρίδα είτε δεν έβρισκαν δουλειά ή τα χρήματα ήταν ελάχιστα. Ο μισθός στη χώρα μου είναι γύρω στα 60 ευρώ, και τα πάντα είναι πανάκριβα», λέει η Ταμάρα.

Ταξίδι χωρίς βίζα

Από τα τέλη του περασμένου Μαρτίου, οι Γεωργιανοί μπορούν πλέον να ταξιδεύουν στην Ελλάδα αλλά και στις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε. χωρίς υποχρέωση θεώρησης βίζας για διαμονή μέχρι 90 ημέρες, κάτι που δε συνέβαινε στο παρελθόν. Η απόφαση αυτή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που αποβλέπει όχι μόνο στην ενίσχυση της επιχειρηματικότητας μεταξύ Γεωργίας και Ε.Ε., αλλά και στη διευκόλυνση της επικοινωνίας μεταξύ των πολιτών, δίνει τη δυνατότητα στον Βάνο, αλλά και σε όλους τους Γεωργιανούς με συγγενείς που έχουν μεταναστεύσει στις χώρες της Ε.Ε. να μπορούν πλέον να τους επισκέπτονται πιο συχνά._

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ