ΕΛΛΑΔΑ

Η σύμβαση 8002 και η υπόθεση Siemens

TΑΣΟΣ ΤΕΛΛΟΓΛΟΥ

Η πλευρά των κατηγορουμένων στην υπόθεση Siemens αμφισβητεί τα στοιχεία του πραγματογνώμονα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η απόφαση του Εφετείου της Αθήνας να καταδικάσει τον πρώην υπουργό Μεταφορών Τάσο Μαντέλη και τον πρώην διευθυντή της Siemens Ηλία Γεωργίου για δύο πληρωμές που κατά το κατηγορητήριο συνδέονταν με τη δραστηριότητα των «μαύρων ταμείων», δημιουργεί ένα προηγούμενο για τη «μεγάλη δίκη» των κατηγορουμένων στην υπόθεση Siemens, που συνεχίζεται σε άλλο δικαστήριο του ίδιου βαθμού. Κεντρικό θέμα και στην υπόθεση Μαντέλη που δικαζόταν για «ξέπλυμα», ήταν το ερώτημα κατά πόσον ο ΟΤΕ υπέστη ζημία από τη σύμβαση 8002 με τη Siemens για την ψηφιοποίηση του δικτύου. Το δικαστήριο για τον Μαντέλη δέχθηκε τη θέση πραγματογνώμονα σύμφωνα με την οποία ο οργανισμός υπέστη ζημία, το ύψος της οποίας δεν είναι σε θέση να υπολογίσει.

Αλλά τόσο ο συνήγορος του κ. Μαντέλη όσο και οι συνήγοροι πολλών κατηγορουμένων στην κυρίως υπόθεση της Siemens, αμφισβητούν την αξιοπιστία των στοιχείων του πραγματογνώμονα που πληρώθηκε από τον ΟΤΕ 1,157 εκατ. ευρώ για τη σύνταξή του βασικού τεχνικού εγγράφου των δύο δικών. Ο ΟΤΕ έγινε δεκτός και στα δύο δικαστήρια ως πολιτική αγωγή. Η υπεράσπιση Μαντέλη αλλά και εκείνη του Π. Μαυρίδη –διαδόχου του κ. Γεωργίου στις τηλεπικοινωνίες της Siemens– στη δίκη που συνεχίζεται, σημείωσε ότι η πραγματογνωμοσύνη συντάχθηκε σε ένα πρώτο σχέδιο που δεν εξυπηρετούσε τον ΟΤΕ, με αποτέλεσμα να επιστραφεί στους συντάκτες της. Σε αυτό δεν γινόταν καν η εκτίμηση περί ζημίας, προϋπόθεση για την εφαρμογή του ν. 1608/50 που αποτελεί τη νομική βάση του κατηγορητηρίου και στα δύο δικαστήρια.

Ομως, ο ένας μάρτυρας, πρώην διευθυντικό στέλεχος του ΟΤΕ, που ήταν project manager της πραγματογνωμοσύνης εκ μέρους του, επισήμανε ότι ο «Οργανισμός δεν πλήρωνε τον πραγματογνώμονα για να μεταβάλει τα στοιχεία της έκθεσής του», συμπληρώνοντας ότι ο οργανισμός δεν είχε στοιχεία από κάποια από τις θυγατρικές του. Αντικείμενο της έρευνας του πραγματογνώμονα ήταν να βρει και να καταγράψει άλλους οργανισμούς τηλεπικοινωνιών, στους οποίους η Siemens πωλούσε φθηνότερα τα ίδια υλικά και υπηρεσίες. Κάτι τέτοιο δεν βρέθηκε.

Στη σύμβαση υπήρχαν ρήτρες που επέβαλλαν να μην το κάνει αυτό και η υπόθεση του κατηγορητηρίου ήταν ότι 58 εκατ. από τα «μαύρα ταμεία» εκταμιεύθηκαν για να καμφθούν αυτές οι ρήτρες. Η Siemens διαβεβαίωνε ότι δεν πωλούσε αλλού φθηνότερα, αλλά ο ΟΤΕ ήταν σε αδυναμία, όπως βεβαιώνει ο πραγματογνώμονας στην έκθεσή του, να γνωρίζει τις τιμές στις οποίες η μητρική Siemens πωλούσε στην ελληνική εταιρεία, που ήταν και η αντισυμβαλλόμενη του οργανισμού.

Σύμφωνα με κατάθεση άλλου στελέχους του ΟΤΕ στην ίδια δίκη, από την εφαρμογή των ρητρών, του κοστολογικού ελέγχου και της συγκριτικής αναγωγής των τιμών στην πρώτη εκτελεστή συμφωνία που υπογράφτηκε με την προγραμματική το 1997, εξοικονομήθηκαν με βάση τις ρήτρες 21 εκατ. δραχμές και στην πέμπτη 550.000 ευρώ σε σύμβαση αξίας 234 δισ. δραχμών. Κατά τα λοιπά, ο ΟΤΕ προμηθευόταν με τις ανώτατες προσωρινές τιμές της προγραμματικής συμφωνίας, είπε. Οι ίδιοι μάρτυρες ανέφεραν ότι ο ΟΤΕ θα έπρεπε να προκαλέσει μόνος του ανταγωνιστική προσφορά – κάτι που επιχείρησε ο διευθύνων σύμβουλός του Ν. Μανασής, αν και η ρήτρα του πλέον ευνοούμενου πελάτη ήταν θεωρητική.

Ο πραγματογνώμονας αφήνει να εννοηθεί στην έκθεσή του ότι ο οργανισμός υπέστη ζημία στα υλικά ώριμης τεχνολογίας αγοράζοντας σε τιμές συγκριτικά υψηλές.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ