Δημήτρης Αθηνάκης ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

Σκηνοθετώντας ένα μπάχαλο

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

​Λέγεται ότι σύμπτωση που επαναλαμβάνεται παύει ν’ αποτελεί σύμπτωση. Το άκουσα δύο φορές αυτή την εβδομάδα και το έχω ακούσει επανειλημμένως από εικαστικούς, επιμελητές, σκηνοθέτες, ηθοποιούς: «Το υπουργείο Πολιτισμού μάς αγνοεί». Ζητούν να τους δεχθεί η υπουργός Λυδία Κονιόρδου, στην οποία θέλουν να τονίσουν την εμφατική ανάγκη ενός θεσμικού πλαισίου λειτουργίας της «αγοράς» της τέχνης σε οποιαδήποτε μορφή, καθώς και να της ζητήσουν οικονομική στήριξη σε αυτό που κάνουν εδώ και τόσα χρόνια – και έχει μια έστω κατ’ ελάχιστον επίδραση στο κοινό. (Το γιατί επιμένουν οι καλλιτέχνες και τα φεστιβάλ να στρέφονται, ακόμη και στον 21ο αιώνα, προς τα κρατικά ταμεία και δεν απευθύνονται στην «ελεύθερη αγορά» είναι κάτι που προσωπικά μου φαίνεται ακατανόητο.)

Αυτό που αποκαλύπτεται πίσω από τα αναπάντητα αιτήματα για «ακρόαση» είναι ότι η Λυδία Κονιόρδου με τη μη απόκρισή της αποδεικνύει πόσο ανοργάνωτο, κατά το ευτυχές σενάριο, και αδιάφορο, κατά το δυστυχές, είναι το υπουργείο Πολιτισμού. Αντί –έστω– να συγκεντρώσει τους καλλιτέχνες, ανά «σινάφι», και να τους πει ένα αφ’ υψηλού «παιδιά, the party is over, κάντε τα κουμάντα σας», απλώς κλίνει αλλού την κεφαλή και αποκεφαλίζει εν μέσω θέρους το ΤΑΠΑ, συντάσσοντας αμυντικές επιστολές για να εξηγήσει τα ανεξήγητα. Στο πλευρό της, η ένωση αρχαιοφυλάκων (ΠΕΥΦΑ), που θα λάβει το ποσό των 17 εκατ. ευρώ για υπερωρίες, κάτι που πυροδότησε την κόντρα μεταξύ υπουργείου και ΤΑΠΑ.

Βέβαια, δείχνει μια προτίμηση στις κορδέλες, στις επιχορηγήσεις στο θέατρο, που προκάλεσαν την αντίδραση από τα σπλάχνα της «γενιάς» της, την Αννα Βαγενά, και στις παραιτήσεις συνεργατών της εξαιτίας ενός ευρύτερου μπαχάλου. Και χάνει το παιχνίδι διότι αντιμετωπίζει τους καλλιτέχνες και τα φεστιβάλ μόνον ως «ζητιάνους», ενώ το υπουργείο δεν είναι σε θέση να οργανώσει ούτε μια Νύχτα Πανσελήνου, όπως αποκάλυψε η Γιώτα Συκκά στην «Κ» («Πανσέληνος με ταλαιπωρία», 9/8/2017). Προκειμένου, για λόγους αριστερής ευθιξίας, να μη δηλώσει ότι το πάρτι τέλειωσε, προτιμά να μην κάνει πάρτι. Αγνοώ ό,τι δεν μπορώ να ελέγξω – κλασική ντιρεκτίβα της Καθοδήγησης.

Η ηγεσία του ΥΠΠΟΑ δείχνει να μην έχει ιδέα για το σημείο απ’ όπου πρέπει να ξεκινήσει η κουβέντα με τους πάσης φύσεως καλλιτέχνες, που δεν είναι άλλο από ένα όραμα-θεσμικό πλαίσιο για την «αγορά» της τέχνης – μια βοηθητική «αγκαλιά» τεχνογνωσίας από την πολιτεία, όχι μόνον κάποιον να τους χαρτζιλικώνει. Ποιο όραμα, όμως, να προσδοκά κανείς από ένα υπουργείο που –σε σημείο αγένειας– αγνοεί μια πραγματικότητα, η οποία απαιτεί το μίνιμουμ: την ευκαιρία να μιλήσει στην υπουργό του Πολιτισμού αυτής της χώρας; (Δεν θα τα χαλάσουμε στις επιχορηγήσεις...) Εντάξει, ας μην είμαστε αυστηροί. Υπήρχε ανέκαθεν κάτι το γοητευτικό στους άμαθους «απ’ αυτά». Ανάμεσά τους, όμως, υπάρχουν κι εκείνοι που δεν επιθυμούν να μάθουν. Εκεί νομίζω ότι βρίσκει πρόσφορο έδαφος να καρπίσει η θεσμική αγένεια. Εκεί όπου διαρρηγνύεται η επαφή με την πραγματικότητα και ανθούν η αδιαφορία και το μπάχαλο. Καμία γοητεία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ