ΕΛΛΑΔΑ

«Σαν... σουβλάκι εξ ουρανού» σε έρημη πόλη

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

Η Αθήνα του Δεκαπενταύγουστου. Αδεια και ήρεμη λίγο πριν από τη μεγάλη επιστροφή.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Είναι οι άνθρωποι-SOS τις ημέρες που η πόλη κατεβάζει ρολά και οι περισσότεροι κάτοικοί της είναι... όπου φύγει φύγει. Είναι εκείνοι που φυλάττουν Θερμοπύλες, περιμένοντας τη «μεγάλη επιστροφή των εκδρομέων του Δεκαπενταύγουστου». Ντελιβεράδες, περιπτεράδες, υπάλληλοι ζαχαροπλαστείων και καφέ, οδηγοί ΜΜΜ, παραγωγοί στις λαϊκές αγορές επιμένουν να δίνουν το «παρών» όταν η Αθήνα μοιάζει να κοιμάται ύπνο βαθύ, ταλαιπωρημένο από την ανοργανωσιά και τη ραστώνη του καλοκαιριού.

Η Γιώτα εργάζεται σε γνωστό καφέ της Κολοκοτρώνη. «Θα είμαστε ανοικτά και τον Δεκαπενταύγουστο. Δεν είναι τόσο αισθητή η διαφορά με τις υπόλοιπες ημέρες – οι περισσότεροι εδώ γύρω έχουν κλείσει, οπότε συγκεντρώνονται οι πελάτες που επιλέγουν την περιοχή για έξοδο». Για τη Γιώτα είναι η πρώτη φορά που μένει Αύγουστο στην Αθήνα, καθώς «σχεδόν κάθε καλοκαίρι την έβγαζα στο χωριό, κοντά στον Πύργο Ηλείας. Μου φαίνεται λίγο παράξενο που κάνω “σεζόν” στην Αθήνα, αλλά να σου πω κάτι; Οπως χάρηκες εσύ που μας βρήκες ανοικτά, έτσι χαίρονται και οι υπόλοιποι», μου λέει. «Κάτι είναι κι αυτό».

«Μειωμένη η δουλειά»

«“Επιτέλους, βρήκα σουβλατζίδικο”. Αυτή είναι μια ατάκα που ακούμε καθημερινά στο τηλέφωνο», λέει ο Δημήτρης, ο οποίος εργάζεται σε ψητοπωλείο στου Γκύζη. «Κάθε καλοκαίρι, κλείνουμε μετά τον Δεκαπενταύγουστο. Δουλεύουμε κυρίως με τους... εργένηδες και τους μοναχικούς συνταξιούχους, είναι πολύ μειωμένη η δουλειά, αλλά έχει πλάκα να σε αντιμετωπίζουν σαν... σουβλάκι εξ ουρανού», συμπληρώνει ο ίδιος. Ο Μάριος, 19 ετών, είναι κάπως εκνευρισμένος. «Με άφησαν οι γονείς μου να κρατήσω το περίπτερο και έφυγαν διακοπές. Μου είπαν ότι αυτή την περίοδο εμφανίζονται πελάτες που ξέρουν ότι κάθε Δεκαπενταύγουστο εμείς είμαστε εδώ, 24 ώρες το 24ωρο. Φέτος ήμουν εγώ ο “τυχερός”, επειδή οι δικοί μου μόνο αυτές τις ημέρες μπορούσαν να φύγουν. Μοιραζόμαστε τις βάρδιες με τον ξάδερφό μου. Το δωδεκάωρο πάει σύννεφο, αλλά δεν είχα προσέξει ότι είμαστε κάτι σαν τα Επείγοντα», αναφέρει για το περίπτερο που διατηρούν επί της Πατησίων, μετά την πλατεία Αμερικής, και το οποίο, αυτές τις ημέρες, ξεπουλάει τσιγάρα, πατατάκια και παγωτά.

«Δεν κλείνουμε ούτε γι’ αστείο τον Δεκαπενταύγουστο. Γιορτάζει η μισή Ελλάδα και εμείς, με τέτοια καταστήματα, τέτοιες μέρες τις περιμένουμε πώς και πώς. Δεν πειράζει όμως, χαλάλι. Βγάζουμε όσα δεν βγάζουμε τρία απλά Σαββατοκύριακα του χειμώνα. Οι τούρτες και τα κεράσματα πάνε σύννεφο!», λέει η Σπυριδούλα, που διατηρεί ζαχαροπλαστείο στο Πολύγωνο. Ο Κωστής είναι παραγωγός που, ανάμεσα σε άλλες λαϊκές αγορές, έστησε τον πάγκο του σε εκείνη του Χολαργού. «Αφού ήμουν στην Αθήνα και δεν είχα τη δυνατότητα να πάω διακοπές, είπα να στήσω τον πάγκο. Κάτι θα βγάλω, σκέφτηκα. Λίγος ο κόσμος, δεν έχει δουλειά, αλλά λέμε τα δικά μας εμείς που μείναμε εδώ τον Δεκαπενταύγουστο».

Από την άλλη, στον Γιώργο Μ., οδηγό λεωφορείου του ΟΑΣΑ, μοιάζει να μην αρέσει καθόλου που ανήκει σε όσους έμειναν πίσω για να δουλέψουν. «Τζάμπα κάνουμε τα δρομολόγια τέτοιες μέρες, σχεδόν άδεια είναι τα λεωφορεία. Μία βάρδια είναι και αυτή σαν τις άλλες. Θα βγει κι αυτή, τι να κάνουμε. Αλλοι γιορτάζουν και κάθονται κι άλλοι δουλεύουν. Θα καθήσουμε σε άλλη αργία εμείς», μου λέει.

Αυτοί οι άνθρωποι είναι ελάχιστοι εξ όσων επιμένουν να διατηρούν την καθημερινότητα της Αθήνας σε, έστω θερινούς, ρυθμούς. Είναι, όπως λέει ο Μάριος, κάτι σαν τα Επείγοντά μας – ειδικά σήμερα που έχει σχεδόν εξαλειφθεί η δυνατότητα να γεμίζουμε ντουλάπια, ψυγεία και αποθήκες με τα απαραίτητα της καθημερινότητάς μας, για να έχουμε τις μέρες που θα κατακάτσει βαριά πάνω μας η ραθυμία του Αυγούστου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ