ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

H Aθηνά Ραχήλ Τσαγγάρη κατακτά (και) τη σκηνή του θεάτρου

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΑΡΜΠΗΣ

Η Αθηνά Ραχήλ Τσαγγάρη (αριστερά) σκηνοθετεί, μεταξύ άλλων, την Αννα Ντρέξλερ στον ρόλο της πρωταγωνίστριας Lulu.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Την Αθηνά Ραχήλ Τσαγγάρη την έχουμε γνωρίσει μέσα από τις ταινίες της· φιλμ όπως το «Αttenberg» ή το πιο πρόσφατο «Chevalier» την κατατάσσουν ανάμεσα στους προβεβλημένους Ελληνες δημιουργούς, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια έχουν ταξιδέψει το εγχώριο σινεμά στα πιο σημαντικά κινηματογραφικά ραντεβού του κόσμου.

Αυτές τις μέρες ωστόσο, η Ελληνίδα σκηνοθέτις δοκιμάζει τις δυνάμεις της σε ένα άλλο μέσο, αυτό του θεάτρου, και μάλιστα σε μια από τις πιο «δύσκολες» φεστιβαλικές σκηνές που μπορεί κανείς να αντιμετωπίσει. Συγκεκριμένα, στο Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ, όπου απόψε κάνει πρεμιέρα η διάσημη «Lulu» του Φρανκ Βέντεκιντ σε μια ολοκαίνουργια παραγωγή, σκηνοθετημένη και χορογραφημένη από την Τσαγγάρη.

«Είμαι σεναριογράφος και σκηνοθέτις του κινηματογράφου. Με τη “Lulu” όμως, την πρώτη μου θεατρική σκηνοθεσία, νιώθω σαν να επέστρεψα εκεί από όπου έχω ξεκινήσει. Πραγματικά πίστευα, καθώς μεγάλωνα, πως θα επικεντρωνόμουν στο θέατρο, επειδή αυτό αποτελεί μεγάλη μου αγάπη. Εχω σπουδάσει θέατρο και φιλοσοφία στην Ελλάδα και μετά, για τις μεταπτυχιακές μου σπουδές, πήγα στη Νέα Υόρκη, με την πρόθεση να συνεχίσω στο θέατρο. Τότε, μέσω ενός όμορφου συνδυασμού συγκυριών, γρήγορα πέρασα στην κινηματογραφική σκηνοθεσία», αναφέρει η ίδια η Τσαγγάρη, σχετικά με τις θεατρικές καταβολές της, σε συνέντευξή της για τις ανάγκες του Φεστιβάλ. Αυτές οι καταβολές θα της φανούν σίγουρα χρήσιμες στην αναμέτρηση με τις απαιτήσεις ενός έργου όπως η «Lulu».

Η βερσιόν που παρουσιάζεται στο Σάλτσμπουργκ είναι η αρχική του Γερμανού θεατρικού συγγραφέα, η οποία έφερε και τον υπότιτλο «Α Monster Tragedy». Σύμφωνα με αυτή, η Lulu, μια όμορφη νεαρή χορεύτρια, ανέρχεται στη γερμανική κοινωνία μέσω των γνωριμιών της με πλούσιους και ισχυρούς άνδρες, αργότερα ωστόσο ξεπέφτει στη φτώχεια και τελικά στην πορνεία.

Η τολμηρή του απεικόνιση, τόσο της βίας όσο και της σεξουαλικότητας, ξεχώρισαν εξαρχής το έργο του Βέντεκιντ (γραμμένο το 1894), ως ένα από τα πιο πρωτοποριακά της εποχής. Η Τσαγγάρη πάντως δίνει σε αυτόν τον σπουδαίο χαρακτήρα μια δική της ερμηνεία: «Η απόφαση να έχω ουσιαστικά τρεις Lulus προέκυψε επειδή πραγματικά με απασχολούν τα διαφορετικά πρόσωπα του χαρακτήρα ως αρχετυπικού θηλυκού. Δεν με ενδιαφέρει να δείξω τη Lulu σαν μοιραία γυναίκα ή απλώς ως το θύμα ενός δολοφόνου. Αντιθέτως, υπάρχει ένα πολύ περίπλοκο σχήμα καθρέφτη στο έργο. Η Lulu είναι καταστροφέας, όμως ταυτόχρονα καταστρέφει και τον εαυτό της. Κι επίσης: η Lulu ίσως δεν υπάρχει καν. Ισως αποτελεί απλώς μια προβολή της συλλογικής επιθυμίας. Ολες οι γυναίκες και οι άνδρες που έλκονται από αυτή, το κάνουν επειδή δεν τους ανήκει – από τη στιγμή που τους ανήκει είναι σαν να μην έχει υπόσταση πια. Οπότε, υπάρχει αυτός ο συνδυασμός ανάμεσα στη λαχτάρα για ιδιοκτησία, τη λαχτάρα για κατανάλωση, τη λαχτάρα για απώλεια. Αυτή είναι ένα καίριο ζήτημα ακόμα και σήμερα: Τι σημαίνει να επιθυμείς; Τι σημαίνει να καταναλώνεις; Τι σημαίνει να κατέχεις;».

Πώς όμως μεταφέρεται το ιδιαίτερο, κάπως σουρεαλιστικό κινηματογραφικό ιδίωμα της Τσαγγάρη, στον χώρο του θεάτρου; «Δεν θα το αποκαλούσα ακριβώς σουρεαλισμό, επειδή για μένα αποτελεί απλώς μια άλλη πτυχή του ρεαλισμού. Μου αρέσει να λέω πως δουλεύω σε μια γωνία 30 μοιρών από τον ρεαλισμό. Οπότε και εδώ θα κάνω το ίδιο. Θα το αποκαλούσα περισσότερο «επιστημονική φαντασία του παρόντος» παρά σουρεαλισμό, καθώς συντελείται μια ελαφρώς φανταστική στροφή των φακών και της εστίασης από την πραγματικότητα». Μάλλον για να μην ξεχνά και τα... ιδιώματα πάντως, η Τσαγγάρη πήρε μαζί της σε αυτό το θεατρικό ταξίδι και την Αριάν Λαμπέντ –την είχε σκηνοθετήσει στο «Αttenberg»– προσφέροντάς της τον χαρακτήρα μιας από τις εναλλακτικές προσωπικότητες της Lulu, που αναφέρθηκαν παραπάνω.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ