ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Ενα εξερευνητικό ταξίδι

ΝΙΚΟΣ ΘΕΜΕΛΗΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Π​​ερίπου είκοσι χρόνια πριν, το ιστορικό τμήμα μηχανικών ορυκτών και μεταλλείων του Πανεπιστημίου Columbia, το πρώτo τέτοιο τμήμα στην Αμερική, άλλαξε τελείως κατεύθυνση και ονομάστηκε Earth and Environmental Engineering (Μηχανικοί για τη Γη και το Περιβάλλον). Το κίνητρο ήταν ότι η ανθρωπότητα είχε μάθει αρκετά για το πώς να παράγει και να χρησιμοποιεί μέταλλα και καύσιμα υλικά, αλλά δεν ήξερε πολλά σχετικά με τα νέα περιβαλλοντικά προβλήματα που προέκυψαν από την τεράστια αύξηση του πληθυσμού και τη ραγδαία οικονομική ανάπτυξη, μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Για παράδειγμα, από το 1950 έως το 1995, η ανθρωπότης κατανάλωσε περισσότερο χαλκό από τη συνολική χρήση πενήντα αιώνων. Η γιγαντιαία αυτή κατανάλωση δεν έχει σταματήσει. Οπως έδειξα τον περασμένο Ιούνιο σε μια συγκέντρωση επιστημόνων, οργανωμένη από την καθηγήτρια Μαρία Λοϊζίδου του Ε.Μ. Πολυτεχνείου, η παγκόσμια κατανάλωση χαλκού το 2016 ήταν 250% μεγαλύτερη από το 1995. Ευτυχώς για την κοινωνία, ο χαλκός έχει αρκετή αξία στην αγορά ώστε, μετά την αρχική του χρήση, δεν απορρίπτεται στα ΧΥΤΑ και στις χωματερές, αλλά ανακυκλώνεται. Ειδάλλως, όλα τα ορυχεία του κόσμου, και άλλα τόσα, δεν θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν τη σημερινή ζήτηση χαλκού.

Δυστυχώς, οι υλικές και οικονομικές ιδιότητες του χαλκού δεν υπάρχουν σε πολλά από τα υλικά που χρησιμοποιούμε. Ο μεταχειρισμένος χαλκός τήκεται εύκολα και άλλα μέταλλα που εμπεριέχονται σε αυτόν, όπως ο χρυσός, το ασήμι, κ.λπ., ανακτώνται διαμέσου της ανακυκλωτικής του επεξεργασίας και συνεπώς προσθέτουν αξία στην ανακύκλωση του χαλκού.

Εξ αντιθέτου, τα πλαστικά υλικά που χρησιμοποιούμε ανέρχονται σε χιλιάδες διαφορετικά είδη, από τα οποία, μέχρι τώρα και έπειτα από τεράστιες προσπάθειες σε πολλές χώρες, τα περισσότερα δεν έχουν οικονομική αξία για τη μετατροπή τους στο αρχικό υλικό. Το θλιβερό αποτέλεσμα είναι ότι μόνο το 10% των πλαστικών αποβλήτων ακολουθούν τον δρόμο της ανακύκλωσης, ένα άλλο 10% χρησιμοποιείται ως καύσιμη ύλη και δισεκατομμύρια τόνοι έχουν θαφτεί ή θάβονται σε ΧΥΤΑ ή χωματερές. Και όμως, η θερμογόνος δύναμη των μη ανακυκλώσιμων πλαστικών αποβλήτων είναι περίπου επτά φορές μεγαλύτερη από τον λιγνίτη που εξορύσσεται στην Ελλάδα.

Το θεωρώ μεγάλη μου τιμή ότι ήμουν ο πρώτος πρόεδρος της καινούργιας σχολής για τη γη και το περιβάλλον, εγκαινιασμένη το 1997 στο Πανεπιστήμιο Columbia. Οι συνάδελφοί μου έχουν ασχοληθεί με τα πιο σημαντικά περιβαλλοντικά προβλήματα του 21ου αιώνα: την αναβάθμιση και διαχείριση υδάτινων πόρων (Prof. Upmanu Lall), τη δέσμευση και αποθήκευση άνθρακα (Profs. Klaus Lackner, Alissa Park) και την αποθήκευση ηλιακής ενέργειας (Prof. Vasilis Fthenakis). Η δική μου ομάδα ανέλαβε ένα θέμα φαινομενικά μικρής αξίας: Ποιος είναι ο πιο βιώσιμος τρόπος διαχειρίσης των δισεκατομμυρίων τόνων αστικών αποβλήτων; Η διάρκεια του εξερευνητικού αυτού ταξιδιού είναι είκοσι χρόνια, έχει απασχολήσει περίπου ογδόντα επιστήμονες και έχει παραγάγει τουλάχιστον διακόσια άρθρα, παρουσιάσεις και βιβλία (Encyclopedia of Sustainable Science and Technology, Renewable Energy Sources, contribution to International Panel on Climate Change, www.wtert.org).

Στο πρώτο μας άρθρο σ’ αυτήν τη σειρά της «Καθημερινής» (Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017), οι συνεργάτες μου δρ Θάνος Μπουρτσάλας και κ. Βάιος Τριανταφύλλου παρουσίασαν την «Ιεραρχία» της βιώσιμης διαχείρισης αστικών στερεών αποβλήτων (ΑΣΑ). Με λίγα λόγια, η ανακύκλωση και κομποστοποίηση προηγούνται, αλλά απαιτούν τη συμμετοχή των πολιτών, για τον διαχωρισμό στην πηγή, όπως επίσης και των εθνικών ή τοπικών φορέων, με ξεχωριστά φορτηγά και εργοστάσια για τη μετατροπή ανακυκλώσιμων υλικών σε εμπορεύσιμα προϊόντα. Ενας άλλος σημαντικός παράγοντας για την πετυχημένη ανακύκλωση και κομποστοποίηση είναι η ύπαρξη δευτερογενών αγορών, οι οποίες να μπορούν να αφομοιώσουν τα νέα ρεύματα υλικών.

Το πρώτο ερώτημα είναι, πόσος είναι ο όγκος, ανά κάτοικο, των ΑΣΑ που παράγονται και τι ποσοστό μπορεί να ανακυκλωθεί; Για αυτονόητους λόγους, κάθε κοινότητα είναι περήφανη να δηλώνει μεγάλα ποσοστά ανακύκλωσης. Για παράδειγμα, η Καλιφόρνια θριαμβολογεί ότι έχει φθάσει στο 50% της ανακύκλωσης. Ομως, η εθνική έρευνα του Πανεπιστημίου Columbia έχει αποδείξει επανειλημμένως ότι η Καλιφόρνια διαθέτει ανά κάτοικο περίπου 0,7 τόνους ΑΣΑ στα ΧΥΤΑ, δηλαδή ποσότητα λίγο χαμηλότερη από την υπόλοιπη Αμερική. Επιπροσθέτως, όπως φαίνεται από το σχήμα, τα ποσοστά ανακύκλωσης και κομποστοποίησης στις ΗΠΑ παραμένουν στο ίδιο επίπεδο, χωρίς να αυξηθούν πολύ, από το 2000. Το δεύτερο μεγάλο ερώτημα είναι τι μπορούμε να κάνουμε με τα απόβλητα που για οποιοδήποτε λόγο δεν ανακυκλώνονται; Η απάντηση είναι ταφή σε ΧΥΤΑ ή θερμική επεξεργασία σε σύγχρονα εργοστάσια που μετατρέπουν απόβλητα σε ηλεκτρική και θερμική ενέργεια (ΑΣΕ, ή Waste to Energy-WTE). Τα πρώτα ΑΣΕ δημιουργήθηκαν στην Ελβετία, στη Γερμανία και στη Δανία το 1965-1967 και ακόμα λειτουργούν με πολλαπλά πλεονεκτήματα για τους κατοίκους των εν λόγω χωρών. Μέσα στα τελευταία πενήντα χρόνια έχουν χτισθεί πάνω από χίλια εργοστάσια ΑΣΕ παγκοσμίως. Ενας από τους νέους χρήστες είναι η Κίνα με περίπου διακόσια νέα εργοστάσια χτισμένα από το 2000.

Αν εξετάσει κανείς τον παγκόσμιο «χάρτη» διαχείρισης αποβλήτων, θα δει ότι οι χώρες που μπόρεσαν να αποφύγουν, ή να μειώσουν, την ταφή αποβλήτων το πέτυχαν με συνδυασμό ανακύκλωσης και ανάκτησης ενέργειας. Από περιβαλλοντική άποψη, τα ΑΣΕ είναι κατά πολύ ανώτερα από τα ΧΥΤΑ γιατί εξοικονομούν γη, ορυκτά καύσιμα και εκπομπές άνθρακα. Οσον αφορά τις περιοχές που διαθέτουν εγκαταστάσεις ΧΥΤΑ, όπως τα Ανω Λιόσια, σε σύγκριση με περιοχές που εφαρμόζουν ΑΣΕ, όπως τα πετυχημένα παραδείγματα της Βόρειας και Δυτικής Ευρώπης, η αισθητική και οικονομική διαφορά είναι συντριπτική υπέρ των ΑΣΕ.

Μια πιθανή τελική ερώτηση: Αφού υπάρχει τέτοια υπεροχή στην τεχνολογία ΑΣΕ, γιατί πολλές πόλεις ακόμα στηρίζονται σε ΧΥΤΑ; Ο κύριος λόγος είναι ότι η αρχική επένδυση για ΧΥΤΑ είναι πολύ μικρότερη. Τα βασικά έσοδα του ΑΣΕ εiναι το «κόστος εισόδου/διάθεσης» των ΑΣΑ, που πληρώνει η κοινότης ανά τόνο αποβλήτων, και η πώληση παραγόμενου ηλεκτρισμού και θέρμανσης στο δίκτυο. To κύριο έξοδο είναι η αποπληρωμή του κεφαλαίου επένδυσης. Για να είναι ένα τέτοιο εργοστάσιο προσοδοφόρο χωρίς κρατική επιχορήγηση, το κόστος διάθεσης θα πρέπει να είναι πάνω από 40 ευρώ ανά τόνο και η τιμή ηλεκτρισμού πάνω από 60 ευρώ ανά MWh, τα οποία είναι παραπλήσια με τα σημερινά επίπεδα στην Ελλάδα. Το πρώτο εργοστάσιο ΑΣΕ στην Ελλάδα θα πρέπει να χτισθεί στην Αττική με χωρητικότητα ενός εκατομμυρίου τόνων αποβλήτων. Θα είναι απόλυτα προσοδοφόρο για τους επενδυτές και επίσης για την πατρίδα μας, προπαντός σε αυτά τα κρίσιμα χρόνια.

* Ο κ. Νίκος Θέμελης είναι καθηγητής στο Columbia University, μέλος της Εθνικής Ακαδημίας Μηχανικών, ΗΠΑ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ