ΕΛΛΑΔΑ

Ενας επιβατικός σταθμός που έγινε εργαστήριο τέχνης για όλους

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΙΔΟΥ

«Πιστεύω πως η τέχνη έχει και έναν... δόλιο ρόλο. Πώς, δηλαδή, θα προσφέρεις κάτι παραπάνω σε εκείνον που θα πληρώσει 10.000 ευρώ για ένα τραπέζι στη συναυλία του Ρέμου», λέει ο Βασίλης Καβουρίδης.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ενας τεράστιος χώρος στο παλιό λιμάνι της Μυκόνου, γύρω στα 500 τ.μ. Ημιτελής, στα μπετά. Αρχικός του προορισμός να γίνει επιβατικός σταθμός. Με την κατασκευή, όμως, του νέου λιμανιού και τη μεταφορά όλων των υποδομών εκεί, ο συγκεκριμένος χώρος παρέμεινε για πολλά χρόνια αναξιοποίητος.

Αληθινή πρόκληση για τον εικαστικό Βασίλη Καβουρίδη, μόνιμο κάτοικο του νησιού τα τελευταία 16 χρόνια – «κατόπιν επιλογής και όχι καταγωγής», όπως επισημαίνει ο ίδιος. «Ζήτησα τον χώρο από την Κοινωφελή Δημοτική Επιχείρηση Περιβάλλοντος Παιδείας και Ανάπτυξης Μυκόνου και, σε συνεργασία με την Design Art Concept, παρουσιάζουμε την έκθεση με τίτλο “Praxis of Progress”, από 17/8 έως 17/9/2017», λέει ο καλλιτέχνης.

Σαφής η δυσκολία διαχείρισης του χώρου. Τον ρωτάμε εάν η έμπνευση γεννήθηκε εδώ ή τα έργα προϋπήρχαν και ήρθαν να αναζητήσουν στέγη. «Κάποιες εγκαταστάσεις γίνονται επί τόπου, με αφορμή τον χώρο. Υπάρχουν όμως και έργα τα οποία έφερα, προσπαθώντας να τα ενεργοποιήσω εκ νέου», λέει ο ίδιος.

«Η πράξη είναι η πλατύτερη θύρα της λύτρωσης. Αυτή μονάχα μπορεί να δώσει απόκριση στα ερωτήματα της καρδιάς», γράφει στην «Ασκητική» του ο Νίκος Καζαντζάκης, από την οποία εμπνεύστηκε ο καλλιτέχνης. Ορμώμενος από την εναγώνια προσπάθεια του ανθρώπου να βρει το νόημα της ύπαρξής του και να το ερμηνεύσει, ο κ. Καβουρίδης δημιουργεί ένα τελετουργικό δρώμενο μέσω μιας καλλιτεχνικής πράξης, επιχειρώντας να μεταφέρει τη σκέψη και τον λόγο του Καζαντζάκη στον σημερινό θεατή, προσφέροντας ένα μοναδικό ταξίδι που στόχο του έχει τη δημιουργία ενός «διαλόγου» με τον ίδιο μας τον εαυτό.

Σε ένα νησί όπως η Μύκονος, όμως, όπου η σημαία του καταναλωτισμού κυματίζει ψηλά, μπορεί η τέχνη να έχει απήχηση σε ένα κοινό που κρατάει διαφορετικά «αξιακά λάβαρα»; «Η Μύκονος είναι νησί πολλών ταχυτήτων. Εγώ θέλω να δείξω και κάτι άλλο μέσα σε όλο αυτό που συμβαίνει. Πιστεύω πως η τέχνη –εκτός των άλλων ρόλων που κουβαλάει– έχει και έναν... δόλιο ρόλο. Πώς, δηλαδή, θα προσφέρεις κάτι παραπάνω σε εκείνον που θα πληρώσει 10.000 ευρώ για ένα τραπέζι στη συναυλία του Ρέμου. Δίνοντάς του ένα έργο τέχνης –φθηνό, ακριβό, δεν έχει καμία σημασία– θα το πάρει σπίτι του. Και ξαφνικά, ύστερα από μερικά χρόνια, εκεί που κάθεται και το κοιτάζει, θα του έρθει μία ιδέα: “Μήπως τελικά ήθελε να πει αυτό ο καλλιτέχνης;”. Σε ανύποπτο χρόνο, του ξεκλειδώνει ένα “παραθυράκι” στο μυαλό. Η τέχνη λειτουργεί σαν “δούρειος ίππος”», αφηγείται στην «Κ» ο κ. Καβουρίδης.

Το «διωγμένο» κοινό

Τα ερωτήματα που ανακύπτουν είναι πολλά: Μήπως πρέπει να γίνει και ένας... επιμερισμός της ευθύνης για την απομάκρυνση του κόσμου από την εκλεπτυσμένη τέχνη και τη στροφή του σε άλλες, πιο «εύπεπτες» ίσως, μορφές της, όπως, για παράδειγμα, οι συναυλίες λαϊκών αοιδών; Μήπως τελικά το μη παραστατικό, το πολύ αφηρημένο, που υποστηρίζεται «φανατικά» από τη σύγχρονη τέχνη, έχει διώξει το κοινό; «Θεωρώ πως χρειάζονται πολλά χρόνια για να περάσουν στη συνειδητότητα της ανθρωπότητας οι αλλαγές που συντελούνται στην τέχνη – όπως στο παρελθόν, ο άνθρωπος αδυνατούσε να συλλάβει ότι η Γη δεν είναι επίπεδη. Το ίδιο κι εδώ. Η τέχνη αναδεικνύει μία άλλη πραγματικότητα, που το συλλογικό ασυνείδητο δεν είναι έτοιμο να δεχθεί, ρέποντας ακόμη στο παραστατικό. Είναι όμως θέμα χρόνου ωρίμανσης».

Το κοινό στο οποίο στοχεύει ο εικαστικός είναι οι πάντες, όπως σπεύδει να απαντήσει· όχι οι «ειδικοί» ή οι «καλλιεργημένοι». «Εκείνο που με αποζημιώνει όσο τίποτε άλλο είναι οι αντιδράσεις των παιδιών στα έργα μου. Τρελαίνονται. Μπαίνουν στον μικρόκοσμο της τέχνης μου, χάνονται μέσα του και εντοπίζουν αμέσως την ουσία, προσλαμβάνοντας με τον πιο ακριβή τρόπο αυτό που βλέπουν. Από την άλλη, μια και εδώ απ’ έξω κατασκηνώνουν Ρομά, επιχείρησα να φέρω μερικούς μέσα όσο δούλευα τις εγκαταστάσεις μου. Εντυπωσιάστηκαν. Δεν είχαν ξαναδεί κάτι τέτοιο. “Τι είναι αυτό;” ρωτούσαν. “Ωραία τα έχεις στήσει, μπράβο σου!” μου έλεγαν».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ