Νίκος Βατόπουλος ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Η ελληνική «περίπτωση»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ως «παιδί» του Ψυχρού Πολέμου, παρακολουθώ με δυσπιστία την αντιπαράθεση περί ναζισμού και κομμουνισμού. Και η δυσπιστία προέρχεται από την απλή παραδοχή ότι το «1989» έδωσε ένα τέλος και ότι οι συμπαθούντες εν Ελλάδι δεν είχαν άλλη επιλογή από το να συνεχίσουν να ζουν ως «απογοητευμένοι» ή έστω με τη διάψευση της «ελπίδας». Είναι και αυτό ένας ρόλος. Τα κούφια λόγια που τεχνηέντως προκαλεί η κυβέρνηση, με το γνωστό ύφος γυρολόγου που ψελλίζει περισπούδαστες αερολογίες, είναι κωμικά αλλά δυστυχώς επιζήμια.

Περισσότερο από τη διεθνή απομόνωση της χώρας, η γελοιότητα στην οποία μας ενέπλεξε για μία ακόμη φορά η κυβέρνηση έχει επιτύχει να ορίσει και πάλι τον δημόσιο διάλογο και ενώ υπάρχουν πλήθος θέματα για το αύριο, η συζήτηση γίνεται για τη διαχείριση του χθες από το σήμερα.

Σαφώς, η συζήτηση αυτή εξυπηρετεί κάποιους στόχους, ή έστω αυτό πιστεύουν όσοι επινόησαν αυτήν την «ηρωική απομόνωση» της Ελλάδος. Σε μια διεθνή κοινότητα εκατομμυρίων Ευρωπαίων, μόνο η Ελλάδα διαθέτει κρίση και ιστορική γνώση, αφού πρώτα έχει ξεκοκαλίσει κάθε κοινοτικό πόρο τα τελευταία 36 χρόνια. Ολοι οι άλλοι είναι φιλοναζιστές και αδιάβαστοι. Τόσο απλά...

Η γελοιότητα των κυβερνητικών χειρισμών και η σοβαροφάνεια, που, ως γνωστόν, είναι ίδιον των ημιμαθών όπως επίσης και εκείνων που επικοινωνούν μόνο με κακογραμμένες επιστολές (γιατί δεν έχουν το θάρρος να πουν όσα σκέφτονται κοιτώντας το ακροατήριο στα μάτια), δεν εκπλήσσουν. Αυτό που εκπλήσσει είναι η δημόσια συζήτηση περί ολοκληρωτισμών σε μία κοινωνία που έχει καταπιεί μία ημι-δημοκρατική κατάσταση και που σε μεγάλο βαθμό θεωρεί ότι ο Πούτιν είναι άξιος θαυμασμού. Ναι, εκεί υπάρχει θέμα και αυτή η ελληνική «ιδιαιτερότητα» εκτός δυτικού κανόνα (η ανοχή, δηλαδή, σε ημιπαράφρονες, δικτάτορες και παρανοϊκούς νάρκισσους, εγχώριους και αλλοδαπούς) σαφώς και δίνει πρόσφορο έδαφος στον πολιτικό πρωτογονισμό της κυβέρνησης.

Είναι άδικο να διαιωνίζονται στη χώρα συζητήσεις και ανούσιες αντιπαραθέσεις τις οποίες ενορχηστρώνουν και τροφοδοτούν οι δυνάμεις του αναχρονισμού. Οι δυνάμεις αυτές είναι σαφώς ισχυρές και έχουν λάβει και την εντολή της διακυβέρνησης, αν και η ισχύς τους εκτείνεται πολύ πέραν του κυβερνητικού συνασπισμού. Οι δυνάμεις του αναχρονισμού θυμίζουν τους εθνολογικούς χάρτες της Μακεδονίας στις αρχές του 20ού αιώνα, απλώνονται σαν κηλίδες σε πολλά μέτωπα, αλλά κάμπτονται όταν ακουστούν εξίσου ισχυρά και οι δυνάμεις της πραγματικής προόδου.

Η Ελλάδα είναι μια χώρα με καλό υλικό και αντικειμενικά θετικές προοπτικές και γι’ αυτό είναι θλιβερό να σέρνεται και να αιμορραγεί, επειδή ορισμένοι τυχάρπαστοι εξουσιομανείς την εγκλωβίζουν σε καταστάσεις που μόνο στην οπισθοδρόμηση οδηγούν.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ