ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Διερχόμενος ποδηλάτης βλέπει ακέφαλο και ακρωτηριασμένο πτώμα να ξεβράζεται στον κόλπο της Κοπεγχάγης. Μάλιστα, πάνω στο κορμί υπάρχει και ένα κομμάτι μετάλλου, κατά πάσα πιθανότητα με στόχο τη βύθισή του. Το ημερολόγιο δείχνει 20 Αυγούστου 2017. Το DNA, όπως ανακοίνωσε χθες η δανική αστυνομία, ταιριάζει με εκείνο της Σουηδής δημοσιογράφου Κιμ Ουόλ. Τα βλέμματα στρέφονται στον Δανό εφευρέτη και επιχειρηματία Πίτερ Μάντσεν και στο αυτοσχέδιο υποβρύχιό του, στο οποίο είχε βρεθεί η Κιμ Ουόλ, δημοσιογράφος από τη Σουηδία, η οποία κάλυπτε το θέμα. Σημειωτέον, η δημοσιογράφος αγνοείτο από τις 10 Αυγούστου, οπότε και επιβιβάστηκε στο σκάφος.

Ο ίδιος, σύμφωνα με το ρεπορτάζ που δημοσίευσε προ ημερών η «Κ», δήλωσε στο δικαστήριο ότι η Κιμ Ουόλ πέθανε εν πλω και «τάφηκε» στον Κόλπο Κόγκε, νοτίως της δανικής πρωτεύουσας, παρά το γεγονός ότι ο εφευρέτης αρχικώς αρνήθηκε ότι διέπραξε ανθρωποκτονία εις βάρος της δημοσιογράφου, δηλώνοντας ότι την άφησε ασφαλή στην Κοπεγχάγη ημέρες προ της δολοφονίας της. Η αστυνομία και οι δικαστικές αρχές της Δανίας κρατούν απόρρητη την ανάκριση του Μάντσεν, πράγμα που καταδεικνύει τη σοβαρότητα της υπόθεσης, αλλά και το γεγονός ότι η διαλεύκανση της υπόθεσης θα χρειαστεί αρκετό καιρό ακόμη.

Δεν είναι λίγες οι φορές που και στην Ελλάδα Αρχές και πολίτες βρέθηκαν ενώπιον μυστηριωδών δολοφονιών εις βάρος δημοσιογράφων. Η ιστορία πάει πολύ πίσω, ήδη στο 1878, οπότε και σημειώθηκε ο πρώτος θάνατος δημοσιογράφου, και μάλιστα Αγγλου: ήταν ο Τσαρλς Ογκλ, ανταποκριτής των Times του Λονδίνου, που βρέθηκε νεκρός στη Θεσσαλία, χωρίς ποτέ να εξιχνιαστεί ο τρόπος που έχασε τη ζωή του. Η νεότερη και σύγχρονη ελληνική Ιστορία διαθέτει πλείστα όσα αντίστοιχα παραδείγματα – ο κατάλογος είναι μακρύς και φθάνει ώς τις ημέρες μας.

Ο ελληνικός 20ός αιώνας, μέχρι και την τελευταία δεκαετία του, έχει πολλές σταγόνες αίμα προερχόμενο από δημοσιογράφους και εκδότες ελληνικών εφημερίδων – ο 21ος αιώνας μετράει ήδη νεκρούς. Ρεπορτάζ και μονογραφίες, έρευνες και ντοκιμαντέρ, λογοτεχνικές διασκευές και κινηματογραφικές μεταφορές αποπειράθηκαν να προσεγγίσουν ορισμένες από αυτές τις εξιχνιασμένες ή ανεξιχνίαστες υποθέσεις.

Η «Κ», με αφορμή τον θάνατο της Κιμ Ουόλ και την υπενθύμιση δολοφονιών όπως της Τζιλ Ντάντον του BBC (για τους υπαιτίους της οποίας υπάρχουν διάφορα σενάρια) το 1999, της Ρωσίδας αντιπουτινικής δημοσιογράφου Αννα Στεπάνοβνα Πολιτκόφσκαγια, το 2006, του Μεξικανού συναδέλφου της Αρμάντο Ροντρίγκεζ, το 2008, διότι τα είχε βάλει με τα καρτέλ ναρκωτικών, θυμάται τρεις υποθέσεις δολοφονιών δημοσιογράφων στην Ελλάδα, που παραμένουν ανεξιχνίαστες, καθώς ποτέ δεν δόθηκαν στη δημοσιότητα αδιάσειστα στοιχεία. Πρόκειται για τις δολοφονίες του Ανδρέα Καβαφάκη το 1922, της Αν Ντόροθι Τσάπμαν το 1971 και του Τζορτζ Πολκ το 1948.

Από τον Πολκ στον Μπακογιάννη

Στη νεότερη και σύγχρονη Ιστορία της χώρας μας, πρώτος δημοσιογράφος-θύμα καταγράφεται, το 1878, ο ανταποκριτής των Times του Λονδίνου Τσαρλς Ογκλ, για τον θάνατο του οποίου υπάρχουν δύο σενάρια: ότι σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια μάχης στο Πήλιο ή ότι δολοφονήθηκε από Τούρκους στρατιώτες.

Ακολουθεί η δολοφονία του Ανδρέα Καβαφάκη, ενώ πριν από τη δολοφονία του Τζορτζ Πολκ, το 1948, καταγράφεται ακόμη ένα πολιτικό έγκλημα: του δημοσιογράφου του «Ριζοσπάστη» Κώστα Βιδάλη από παρακρατικούς της Θεσσαλίας, τη δράση των οποίων ερευνούσε. Ο Τζώρτζης Αθανασιάδης, εκδότης της «Βραδυνής», ήταν το επόμενο θύμα.

Την ευθύνη της δολοφονίας του, στις 19 Μαρτίου του 1983, ανέλαβε η οργάνωση «Αντιστρατιωτική Πάλη», η οποία, λίγο καιρό μετά, αρνήθηκε πάσα συμμετοχή. Μέχρι στιγμής, δεν έχει κατονομαστεί ο ένοχος της δολοφονίας.

Δύο χρόνια αργότερα, ο Νίκος Μομφερράτος, εκδότης της «Απογευματινής», πέφτει νεκρός με τον οδηγό του Παναγιώτη Ρουσέτη, στις 21 Φεβρουαρίου του 1985. Την ευθύνη για τη δολοφονία ανέλαβε η «17 Νοέμβρη», η οποία, στις 26 Σεπτεμβρίου του 1989, δολοφόνησε τον επίσης δημοσιογράφο Παύλο Μπακογιάννη.

Η πιο πρόσφατη δολοφονία δημοσιογράφου είναι εκείνη του Σωκράτη Γκιόλια, φερόμενου ως εκδότη του troktiko.gr και διευθυντή του ραδιοφωνικού σταθμού «Θέμα», στις 19 Ιουλίου του 2010, από πυρά της «Σέχτας Επαναστατών», η οποία ανέλαβε και την ευθύνη.

 

Ανδρέας Καβαφάκης: θύμα του αντιβενιζελισμού

Τα νέα από το μικρασιατικό μέτωπο δεν ήταν ευοίωνα και ο εθνικός διχασμός έτρωγε τις σάρκες των Ελλήνων. Ο ιδρυτής και διευθυντής του φιλοβενιζελικού «Ελεύθερου Τύπου» Ανδρέας Καβαφάκης το γνώριζε πολύ καλά, αλλά δεν φοβόταν. Εξάλλου, είχε ήδη γίνει θύμα απόπειρας δολοφονίας στην Κωνσταντινούπολη, κοντά στα 1920, από Τούρκους εθνικιστές, λόγω της φιλελληνικής του δημοσιογραφίας στις εφημερίδες «Θάρρος» και «Αμερόληπτος». Πιστός στον εθνάρχη, ο Ανδρέας Καβαφάκης ασκούσε δριμεία κριτική στα Ανάκτορα, κάτι που δεν άρεσε καθόλου στους παρακρατικούς «Πολιτικούς Συλλόγους» που είχαν ιδρυθεί λίγο καιρό πριν και στήριζαν ασμένως την πολιτική του βασιλιά Κωνσταντίνου. Ταυτόχρονα, στις 12 Φεβρουαρίου του 1922, ο «Ελεύθερος Τύπος» και η «Πατρίς» δημοσίευσαν το «Δημοκρατικό Μανιφέστο» του Αλέξανδρου Παπαναστασίου και των συνεργατών του, που τότε θεωρήθηκε πολιτικό σκάνδαλο, λόγω των σοσιαλιστικών καταβολών του. Σαν να μην έφτανε αυτό, την μήνιν των φιλοβασιλικών τροφοδότησε έτι περαιτέρω ένα ρεπορτάζ του «Ελεύθερου Τύπου» που αναφερόταν σε σκληρές δηλώσεις του Βρετανού πρωθυπουργού Λόιντ Τζορτζ, στη συνάντησή του με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Μελέτιο, κατά του βασιλιά Κωνσταντίνου χαρακτηρίζοντας τη συγκυρία εξίσου δραματική με την άλωση της Πόλης.

Λίγες ημέρες αργότερα, το βράδυ της 21ης Φεβρουαρίου του 1922, ο Ανδρέας Καβαφάκης αναχωρεί, με άμαξα, από τα γραφεία του «Ελεύθερου Τύπου», στην οδό Εδουάρδου Λω, κατευθυνόμενος προς την οικία του, στην οδό Τροίας, στην Κυψέλη. Προσπαθώντας να ξεκλειδώσει την ήδη «πειραγμένη» κλειδαριά του σπιτιού του, τον πλησιάζουν τρεις άνδρες και του ρίχνουν έξι σφαίρες, οι δύο μόνον εκ των οποίων βρήκαν τον στόχο τους, στην κοιλιά και στο κρανίο του θύματος. Λίγη ώρα μετά, ο Καβαφάκης αφήνει την τελευταία του πνοή στα χέρια της συζύγου, των παιδιών, αλλά και του προσωπικού του γιατρού Πολύβιου Κορύλλου.

Οι δύο δράστες κατάφεραν να ξεφύγουν, ωστόσο, στην οδό Κυψέλης, συνελήφθη ο Αντώνης Μαστραντώνης, ο οποίος στραβοπάτησε, ων μεθυσμένος, σε χαντάκι κατά την προσπάθεια διαφυγής του. Από τη σύλληψή του και μετά, ο Μαστραντώνης άλλαξε αρκετές φορές την κατάθεσή του – ενώ στην αρχή δεν παραδεχόταν το έγκλημα, στη συνέχεια δήλωσε ένοχος δίχως να κατονομάσει κανέναν, αλλά, τελικά, βρέθηκε να ονομάζει τους άλλους δύο συνεργούς του. Οι απολογίες του άλλαζαν, ανάλογα με τις εντολές –και τα χρήματα– που του έδιναν στελέχη των «Πολιτικών Συλλόγων», τα οποία του υπόσχονταν όταν θα πέσει στα μαλακά, λόγω συνδέσμων με τα Ανάκτορα.

Στο μεταξύ, η τραγωδία της Μικράς Ασίας είχε κορυφωθεί τον Αύγουστο, ενώ λίγο καιρό μετά εκδηλώθηκε το Κίνημα της 11ης Σεπτεμβρίου, που οδήγησε στην παραίτηση του Κωνσταντίνου, τον οποίον διαδέχθηκε ο Γεώργιος Β΄. Την ίδια περίοδο, οι φιλοβασιλικοί κατάφεραν, προκειμένου να κλείσουν την υπόθεση Καβαφάκη, να οδηγήσουν τον Μαστραντώνη στο «Αιγινήτειο» με «ψυχικές διαταραχές», κάτι που ανεπιτυχώς είχαν επίσης αποπειραθεί λίγο καιρό νωρίτερα. Τελικά, όσοι είχαν κατονομασθεί από τον Μαστραντώνη ως φυσικοί και ηθικοί αυτουργοί ευεργετήθηκαν από τη γενική αμνηστία του 1923, δίχως ποτέ να διαλευκανθεί το μυστήριο. Για την υπόθεση Καβαφάκη, ο Κάρολος Μωραΐτης εξέδωσε, το 1993, ένα πολύ ενδιαφέρον αφήγημα για «τη ζωή και τη δολοφονία ενός μάρτυρα της μαχόμενης δημοσιογραφίας» (εκδ. Λιβάνη, δυστυχώς εξαντλημένο). Μέχρι σήμερα, κανένα αδιάσειστο στοιχείο δεν καταδεικνύει τους δράστες της δολοφονίας.

Τα σενάρια για τον διπλό ρόλο της Αν Τσάπμαν

Εχουν περάσει 46 χρόνια και ακόμα η υπόθεση της δολοφονίας της Αγγλίδας δημοσιογράφου Αν Ντόροθι Τσάπμαν δεν έχει διαλευκανθεί. Ηταν Οκτώβριος του 1971 και η Τσάπμαν βρισκόταν στην Ελλάδα για επαγγελματικούς λόγους. Η 24χρονη δημοσιογράφος του BBC βρέθηκε από ζευγάρι ηλικιωμένων στραγγαλισμένη, ημίγυμνη και κακοποιημένη. Οι αρχές της χούντας ήθελαν να κουκουλώσουν την υπόθεση και έτσι συνέλαβαν έναν σεσημασμένο ηδονοβλεψία της εποχής, ονόματι Νίκος Μουντής. Σύμφωνα με ορισμένες πηγές, του ασκήθηκαν τέτοια σωματικά και ψυχικά βασανιστήρια, ώστε στο τέλος «ομολόγησε», παρότι, αργότερα, στο δικαστήριο, ξέσπασε λέγοντας πώς έφτασε σε σημείο να παραδεχθεί έναν φόνο που δεν έκανε. Ανένδοτο το δικαστήριο, τον καταδίκασε σε ισόβια.

Εκτοτε, ο πατέρας της Τσάπαν, Εντουαρντ, αποδύθηκε, με επανειλημμένα ταξίδια στην Ελλάδα, σε έναν αγώνα δρόμου, ώστε να συλλέξει στοιχεία για τη δολοφονία της κόρης του. Εξ αρχής, δεν είχε πεισθεί ότι ο δολοφόνος ήταν ο Νίκος Μουντής, στον οποίον δόθηκε χάρη στις 10 Δεκεμβρίου του 1983, έπειτα από αίτηση, η οποία έγινε δεκτή από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Καραμανλή – ο ίδιος αποφυλακίσθηκε κραδαίνοντας πορτρέτο του Ανδρέα Παπανδρέου...

Τα σενάρια σχετικά με τους υπαιτίους της δολοφονίας της Τσάπμαν ήταν πολλά και σε αυτό το πλαίσιο κινήθηκε ο Εντουαρντ Τσάπμαν, αλλά και ο Λονδρέζος ερευνητής που είχε προσλάβει. Με τις υπόνοιες ότι η δημοσιογράφος ήταν μέλος των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών MI6, οι υποθέσεις για κατάληξή της κατά τις ανακρίσεις και τα βασανιστήρια της χούντας έδιναν κι έπαιρναν, με την υποψία ότι η δημοσιογράφος εκτελούσε διπλό ρόλο, μεταφέροντας πληροφορίες στους Σοβιετικούς. Οπως και να ’χει, η υπόθεση της δολοφονίας της Αν Ντόροθι Τσάπμαν μέχρι και σήμερα εκκρεμεί, έως ότου κάποιος Γιάννης Μαρής του μέλλοντος βρει, ίσως, εκείνη τη σημαντική πληροφορία που θα οδηγήσει έναν αντίστοιχο αστυνόμο Μπέκα στη διαλεύκανση του μυστηρίου.

Ο ανταποκριτής που αναζητούσε τον Βαφειάδη

Ο Γιάννης Μαρής αφιέρωσε σχεδόν τρεις δεκαετίες (1948-1977) ερευνώντας τη δολοφονία του δημοσιογράφου Τζορτζ Πολκ, ανταποκριτή του CBS, τον οποίον ξέβρασε, με μία σφαίρα στο κεφάλι, δεμένο χειροπόδαρα και σε κατάσταση αποσύνθεσης, η θάλασσα κοντά στον Λευκό Πύργο, στις 8 Μαΐου του 1948. Το πτώμα εντόπισε ο ψαράς Λάμπρος Αντώναρος. Ο Μαρής δημοσίευσε τα αποτελέσματα της έρευνάς του σε 16 συνέχειες στην εφημερίδα «Ακρόπολη», από τις 30/1 έως τις 18/2/1977. Το 2016, οι εκδόσεις Αγρα εξέδωσαν ένα βιβλίο με τις αναμνήσεις του Γιώργου Λεονταρίτη, βοηθού του Μαρή στην έρευνα το 1977, και συγκεντρωμένα τα δημοσιευμένα άρθρα για την υπόθεση Πολκ.

Ο Αμερικανός δημοσιογράφος δεν ήταν, όμως, από εκείνους που ήταν ικανοποιημένοι με την απλή μετάδοση ειδήσεων· ήθελε το μεγάλο αποκλειστικό θέμα. Γνωρίζοντας ότι ο Μάρκος Βαφειάδης, πρόεδρος της κυβέρνησης του βουνού, βρίσκεται στα περίχωρα της Θεσσαλονίκης, αποφάσισε να τον εντοπίσει, ώστε να του πάρει συνέντευξη. Φτάνοντας στη Θεσσαλονίκη, ο Πολκ αναζητούσε συνδέσμους, ώστε να τον φέρουν σε επαφή με τον Βαφειάδη. Δεν τα κατάφερε... Πολύ σύντομα, ο Αμερικανός δημοσιογράφος βρέθηκε νεκρός, δίχως, ούτε και σε αυτή την περίπτωση, να αποκαλυφθούν και να συλληφθούν οι πραγματικοί φυσικοί και ηθικοί αυτουργοί της δολοφονίας του. Μάλιστα, τα σενάρια «έδειχναν» του πάντες: τους Αγγλους, διότι ένιωθαν παραμερισμένοι λόγω της ελληνοαμερικανικής φιλίας· τους Αμερικανούς, διότι ο Πολκ δεν ήταν «διαχειρίσιμος» και είχε αριστερούς φίλους· τους Ελληνες, δεξιούς και αριστερούς: οι μεν πίστευαν ότι είναι συνεργάτης των κομμουνιστών (εξ ου και η σχεδιαζόμενη συνέντευξη με τον Βαφειάδη), ενώ οι δε θεωρούσαν ότι ήταν πράκτορας και μακρύ χέρι της Δεξιάς... Τελικά, καταδικάστηκε ο δημοσιογράφος της «Μακεδονίας» και ανταποκριτής του Reuters Γρηγόρης Στακτόπουλος, μέλος του ΚΚΕ, ο οποίος δεν έπαψε, έως την αποφυλάκισή του, το 1960, να παλεύει για την αλήθεια – τελικά, «έφυγε» το 1999 χωρίς να δικαιωθεί. Ο Στακτόπουλος, μάλιστα, μετά την αποφυλάκισή του, είχε ζητήσει να ξανανοίξει ο φάκελος της υπόθεσης, για την οποία ο επίτιμος αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Καφίρης χαρακτήρισε την καταδίκη του τη «μεγαλύτερη δικαστική πλάνη στην ιστορία του τόπου μας». Ταυτόχρονα, μαζί με τον Στακτόπουλο, καταδικάσθηκαν ερήμην τα μέλη του ΚΚΕ Αδάμ Μουζενίδης και Βαγγέλης Βασβανάς. Ο πρώτος ήταν ήδη νεκρός όταν δολοφονήθηκε ο Πολκ, ενώ ο δεύτερος αποδείχθηκε ότι εκείνη την περίοδο ήταν εκτός Θεσσαλονίκης...

Ο ίδιος ο Ερνεστ Χέμινγουεϊ είχε γράψει: «Αν η υπόθεση Πολκ αποσιωπηθεί, αυτό θα αποτελέσει νίκη για εκείνους που πιστεύουν ότι μπορούν να σκοτώσουν την αλήθεια, σκοτώνοντας τον άνθρωπο που επιδιώκει να την αποκαλύψει». Για την υπόθεση, έχουν δημοσιευθεί πλείστες όσες μονογραφίες, πέραν βεβαίως εκείνης του Γιάννη Μαρή. Μεταξύ αυτών που ασχολήθηκαν με τη δολοφονία του Τζορτζ Πολκ είναι οι Γρηγόρης Στακτόπουλος, Κώστας Χατζηαργύρης, Εντμουντ Κίλι, Φοίβος Οικονομίδης, Κώστας Παπαϊωάννου. Ταυτόχρονα, τρεις κινηματογραφικές ταινίες ασχολήθηκαν με την υπόθεση: «Κιέριον» (1966) του Δημήτρη Θέου, «Υπόθεση Πολκ»  (1978) του Αγγελου Μάλλιαρη και «Ο φάκελος Πολκ στον αέρα»  (1987) του Γρηγόρη Γρηγοράτου. Ολη η βιβλιογραφία γύρω από την υπόθεση Πολκ καταδεικνύει και διαφορετικούς υπαιτίους, με αποτέλεσμα, όπως είναι βεβαίως φυσικό, η υπόθεση να παραμένει ανοικτή, σχεδόν 70 χρόνια μετά.
 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ