ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Φυγή προς τα εμπρός με αιχμή την ανάπτυξη

ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΤΑΪΚΟΥΡΑΣ*

Στόχος της επόμενης κυβέρνησης, της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, θα είναι η φυγή προς τα εμπρός, με την επίτευξη διατηρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης, ώστε να βελτιωθεί η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, να δημιουργηθεί πολύτιμος δημοσιονομικός χώρος και να επιτυγχάνονται –χωρίς πρόσθετα μέτρα λιτότητας– πιο ρεαλιστικοί δημοσιονομικοί στόχοι.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η ​​χώρα, τα τελευταία δυόμισι χρόνια, «σέρνεται» στο τέλμα. Οι επιχειρηματικές προσδοκίες και η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχώρησαν δραματικά, επιβλήθηκαν κεφαλαιακοί περιορισμοί, πολλαπλασιάστηκαν τα «λουκέτα» στην αγορά, εκτοξεύθηκαν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές Δημοσίου και ιδιωτών, επιδεινώθηκε η ανταγωνιστικότητα, διογκώθηκε το κόστος δανεισμού, συρρικνώθηκαν οι καταθέσεις ιδιωτών και επιχειρήσεων, οι τράπεζες χρειάστηκαν μια νέα ανακεφαλαιοποίηση μετά την οποία το Δημόσιο έχασε ιδιοκτησία και κεφάλαια, ενώ η χώρα παραμένει «απούσα» –δύο και πλέον χρόνια μετά την έναρξή του– από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.

Αυτή η πορεία της χώρας, χωρίς σχέδιο και γεμάτη αυτοσχεδιασμούς και αντιφάσεις, είναι αποτέλεσμα της ιδεολογικοπολιτικής ασυναρτησίας της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ. Ενα αποτέλεσμα που οδήγησε στην υπογραφή νέων αχρείαστων μνημονίων, με τη λήψη πρόσθετων μέτρων λιτότητας ύψους 14,5 δισ. ευρώ, που συρρικνώνουν σημαντικά το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών, με τη δέσμευση για υψηλά και για πολλά χρόνια πρωτογενή πλεονάσματα και με μια «ρήτρα ανάπτυξης» που θα λειτουργήσει ουσιαστικά ως αντικίνητρο ανάπτυξης.

Και σήμερα η κυβέρνηση, αφού με την ανερμάτιστη πολιτική της βύθισε την οικονομία, επιχειρεί να την επαναφέρει στην επιφάνεια. Ομως, παρά τη βελτίωση που έχει επιφέρει η –με μεγάλη καθυστέρηση– ολοκλήρωση της αξιολόγησης του προγράμματος, σε σχέση πάντοτε με το χειρότερο σημείο που έφτασε η οικονομία επί της σημερινής διακυβέρνησης, η χώρα ακόμη δεν έχει φτάσει εκεί που ήταν το 2014.

Χρονιά κατά την οποία εμφανίσθηκαν τα πρώτα –επί περιόδου μνημονίων– αλλά ορατά δείγματα σταθεροποίησης της κατάστασης, με την επιστροφή της οικονομίας σε θετικό ρυθμό μεγέθυνσης (υπενθυμίζεται ότι η ύφεση ήταν 7,3% το 2012) και την προσδοκία, αποτυπωμένη και στα κείμενα των θεσμών, για πολύ υψηλότερους ρυθμούς τα επόμενα έτη. Δυστυχώς όμως, αντί η χώρα να επιταχύνει στηριζόμενη στις ευνοϊκές συνθήκες και προοπτικές που είχαν τότε δημιουργηθεί, οπισθοχώρησε, την ίδια στιγμή μάλιστα που η Ευρώπη επιταχύνει. Οι προσδοκίες δε είναι δυσοίωνες, αφού οι συγκριτικές μελέτες των θεσμών προβλέπουν ο μεσο-μακροπρόθεσμος ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ να διαμορφωθεί στο 1%, από 1,9% που ήταν η πρόβλεψη τον Ιούνιο του 2014.

Είναι συνεπώς πρόδηλο ότι η κυβέρνηση ουσιαστικά «σέρνει» την ελληνική οικονομία.

Τούτων δοθέντων, στόχος της επόμενης κυβέρνησης, της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, θα είναι η φυγή προς τα εμπρός, με την επίτευξη διατηρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης, ώστε να βελτιωθεί η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, να δημιουργηθεί πολύτιμος δημοσιονομικός χώρος και να επιτυγχάνονται –χωρίς πρόσθετα μέτρα λιτότητας– πιο ρεαλιστικοί δημοσιονομικοί στόχοι.

Και αναφερόμαστε στην οικονομική ανάπτυξη, η οποία πέραν της μεγεθυντικής διαδικασίας, έχει και ποιοτικές διαστάσεις με στόχο τη βελτίωση της ευημερίας των πολιτών (βελτίωση θεσμών, συμμετοχή στην παραγωγή, δικαιότερη διανομή εισοδήματος).

Στην κατεύθυνση αυτή απαιτείται η υιοθέτηση και υλοποίηση μιας συγκροτημένης και συνεκτικής στρατηγικής, που θα περικλείει πραγματικά προοδευτικές και ρεαλιστικές πολιτικές, με βασικούς άξονες:

1ος. Την έγκαιρη ολοκλήρωση των επόμενων αξιολογήσεων, ώστε να μπορέσει η χώρα, εκτός της αξιοπιστίας που θα κερδίσει, να αντλήσει τους διαθέσιμους από το πρόγραμμα πόρους, οι οποίοι προσφέρονται με εξαιρετικά χαμηλό επιτόκιο, προκειμένου να καλύψει το μεγαλύτερο μέρος των χρηματοδοτικών αναγκών με ξένους και όχι με ίδιους πόρους. Μέχρι σήμερα, έχουμε χάσει περίπου 13 δισ. ευρώ από τέτοιους πόρους. 

2ος. Την αλλαγή του μείγματος δημοσιονομικής πολιτικής, μέσα από τη στοχευμένη μείωση των φορολογικών συντελεστών νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Αυτό μπορεί να επιτευχθεί, μεταξύ άλλων, με την ενίσχυση και διασφάλιση της εφαρμογής των κανόνων χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και πειθαρχίας σε όλο το εύρος της γενικής κυβέρνησης, με την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των δαπανών (spending reviews) και, προφανώς, με την ένταξη «αφανούς» τμήματος της οικονομίας στο «εμφανές» πεδίο της.

3ος. Την υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών και αποκρατικοποιήσεων, που θα βελτιώσουν τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, θα ενισχύσουν την επιχειρηματικότητα και θα δημιουργήσουν νέες θέσεις απασχόλησης.

4ος. Την ενίσχυση της ρευστότητας στην οικονομία, με την αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών κονδυλίων, την αποπληρωμή των διογκωμένων τα τελευταία χρόνια ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου και τη σταδιακή εξομάλυνση της πιστωτικής επέκτασης.

Αυτό που χρειάζεται είναι η εμπέδωση κλίματος εμπιστοσύνης που θα επαναφέρει καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα και θα οδηγήσει στην κατάργηση των ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων, καθώς και η ορθολογική αντιμετώπιση του υψηλού συσσωρευμένου αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων, ώστε να γίνει καλύτερη διαχείριση του παθητικού και του ενεργητικού των πιστωτικών ιδρυμάτων.

5ος. Η υλοποίηση ενεργών πολιτικών αντιμετώπισης της ανεργίας με στήριξη της απασχόλησης, δημιουργώντας ένα ισχυρό δίχτυ ασφαλείας και επανένταξης σε μια σύγχρονη αγορά εργασίας.

6ος. Η υιοθέτηση ενός στρατηγικού σχεδίου για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας, με προώθηση της παραγωγικότητας, με αναβάθμιση της αλυσίδας αξίας και με στόχο μια ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις επενδύσεις, τις εξαγωγές και την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων στην πρωτογενή παραγωγή, στη μεταποίηση και στις υπηρεσίες.

Η χώρα χρειάζεται διεύρυνση της παραγωγής, της παραγωγής ανταγωνιστικών και διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών, καθώς και συνεχή βελτίωση της παραγωγικότητας όλων των συντελεστών παραγωγής, παραδοσιακών και νέων.

Βασικός πυλώνας του σχεδίου πρέπει να είναι η επένδυση στις ενδογενείς πηγές ανάπτυξης, δίνοντας έμφαση στο ανθρώπινο κεφάλαιο μέσω της διαμόρφωσης ενός ποιοτικού, ανοικτού, εξωστρεφούς, διεθνοποιημένου συστήματος εκπαίδευσης, κατάρτισης και διά βίου μάθησης και ενός εθνικού «οικοσυστήματος» έρευνας, το οποίο να είναι εναρμονισμένο με την καινοτομία, τις νέες τεχνολογίες και την επιχειρηματικότητα.

Η ταχύτατη εφαρμογή, ιεραρχημένα και συνεκτικά, αυτών των πολιτικών θα βελτιώσει τις προσδοκίες για την οικονομία, θα απελευθερώσει μη παραγωγικά δεσμευμένους ή αδρανείς πόρους και θα πυροδοτήσει τη διαδικασία της επίτευξης υψηλών και διατηρήσιμων ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης, υψηλότερων από αυτούς που σήμερα εκτιμούν οι θεσμοί. Και τα οφέλη από την οποία θα πρέπει να διανεμηθούν δίκαια και αποτελεσματικά σε όλα τα υποκείμενα (νοικοκυριά, επιχειρήσεις, κράτος) της οικονομίας.

Η επίτευξη όμως αυτών των στόχων απαιτεί πολιτική ηγεσία που να τη χαρακτηρίζει η ευθύνη, η μεθοδικότητα, η σκληρή δουλειά, το μέτρο, η μετριοπάθεια, η απόσταση από θεατρινισμούς και λαϊκισμούς.

Μια ηγεσία που να μπορεί να κάνει τη δουλειά με ποιότητα και αποτελεσματικότητα.

Και αυτήν την ηγεσία, η σημερινή κυβέρνηση δεν μπορεί να τη δώσει στη χώρα και τους πολίτες.

* Ο κ. Χρήστος Σταϊκούρας είναι βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, πρώην αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ