Κωνσταντίνος Ζούλας ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΖΟΥΛΑΣ

Του Αυγούστου οι... πατούσες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Οσο περνούν τα χρόνια, τόσο καταλαβαίνω ότι ο Αύγουστος είναι ο πιο περίεργος μήνας. Διότι άθελά του σε βάζει απέναντι στον εαυτό σου. Κάπου εκεί στην παραλία, αφού εξαντλήσεις τα σοβαρότερα προβλήματα των διακοπών –αν θα κοιμηθείς ή δεν θα κοιμηθείς το μεσημέρι (αλήθεια, πόσο ωραίος είναι αυτός ο ύπνος) και πού θα πας για φαγητό το βράδυ– κλείνεις τα μάτια σου και αρχίζεις αναπόφευκτα τις πιο προσωπικές σκέψεις. Τι έκανα αυτόν τον χειμώνα, τι είναι αυτό που με περιμένει από Σεπτέμβρη, τι έχω κάνει μέχρι τώρα, τι μπορώ να αλλάξω, και εν ολίγοις σκέψεις που καταλήγουν νομοτελειακά στον χρόνο. Στο πόσο γρήγορα φεύγει ο χρόνος όσο μεγαλώνεις.

Δεν ξέρω αν συνέβη και σε σας, αλλά έχω την αίσθηση ότι ειδικώς αυτός ο Αύγουστος είχε και μια επιπλέον ιδιαιτερότητα. Σαν να είχαμε οι περισσότεροι μια ανομολόγητη ανάγκη να περάσουμε αξέχαστα. Κι όταν λέω αξέχαστα, δεν εννοώ να διασκεδάσουμε εφηβικά μέχρις εσχάτων – κάποιοι το έκαναν και αυτό. Αλλά να ζήσουμε όσο μπορούμε –να βιώσουμε είναι το καταλληλότερο ρήμα– τις στιγμές που επιφυλάσσει το ελληνικό καλοκαίρι. Τις τόσο οικείες και συνηθισμένες σε μας, αλλά και τόσο σπάνιες και μοναδικές για τους βόρειους λαούς. Σαν να θέλαμε φέτος να μετρήσουμε ακόμη και τις βουτιές μας, όπως κάναμε στο δημοτικό καμαρώνοντας την πρώτη μέρα στο σχολείο.

Φάνηκε, νομίζω, αυτό και από την ανάγκη μας να απαθανατίσουμε φέτος τις διακοπές μας. Να φωτογραφίζουμε με τα κινητά μας τις παραλίες και τους βράχους των νησιών, το χρώμα των νερών που κάναμε μπάνιο, τα σπιτάκια, τους μύλους ή ακόμη και τις αδέσποτες γάτες του Αιγαίου, τα ποτά που πίναμε τα βράδια, μέχρι και τις πατούσες μας μπροστά ή και μέσα στη θάλασσα ως πειστήριο της επικείμενης βουτιάς που λέγαμε προηγουμένως.

Παρατηρώντας τον καταιγισμό τέτοιων φωτογραφιών στο Facebook, στην αρχή απόρησα. Αλλά όσο περνούσαν οι μέρες και έβλεπα να ανεβάζουν τέτοια «στιγμιότυπα» ακόμη και φίλοι μου που είναι πολύ κλειστοί ως χαρακτήρες και γενικώς αποφεύγουν την έκθεση, εντόπισα μία διαφορά σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Νομίζω ότι αυτό που είχαμε ανάγκη να εκπέμψουμε ειδικά αυτό το καλοκαίρι ήταν ότι έστω και για λίγες μέρες μπορούμε να ζούμε κανονικά. Συνειδητά ή ασυνείδητα ήταν σαν να θέλαμε να πούμε στους φίλους μας –και πιθανότατα στους εαυτούς μας– ότι μπορεί να ξέρουμε πια ότι όλα έχουν αλλάξει κι ότι μας περιμένει άλλος ένας δύσκολος χειμώνας –ίσως ακόμη πιο δύσκολος από τον περυσινό–, μπορεί να έχουμε συμβιβαστεί με την ιδέα ότι η περιβόητη ανάκαμψη δεν θα έρθει καθόλου σύντομα, αλλά βρήκαμε επιτέλους και κάτι που μπορούμε να το κρατήσουμε ίδιο. Λέγεται ελληνικό καλοκαίρι και στο εξής έχουμε αποφασίσει να το ζούμε, όπως και στο παρελθόν. Ανέμελα και απενοχοποιημένα ως το τελευταίο, αλλά και αδιαπραγμάτευτο οχυρό μας.

Αυτή πιστεύω ήταν η αόρατη λεζάντα στις περισσότερες φωτογραφίες των περισσοτέρων εξ ημών: «Να ποια έπρεπε να είναι η κανονικότητά μας, που την έχουμε ξεχάσει τα τελευταία χρόνια και διάολε ας τη ζήσουμε έστω και για τις λίγες μέρες που έχουμε τον Αύγουστο χωρίς σκοτούρες και τύψεις».

Δεν ξέρω αν συμφωνείτε με τις μάλλον ψυχαναλυτικές αυτές σκέψεις. Αλλά την ανάγκη των περισσοτέρων να βιώσουν ως πραγματικές διακοπές τον φετινό Αύγουστο την ένιωσα και από την επιλογή των φίλων, που συνάντησα, να απουσιάζει κάθε συζήτηση για την επικαιρότητα. Σαν να είχαν όλοι συνεννοηθεί να αποσυνδεθούν από τις ειδήσεις, ξέροντας ότι αποκλείεται να είναι ευχάριστες. Δεν σας κρύβω ότι το έκανα κι εγώ, καίτοι για μας τους δημοσιογράφους το να μαθαίνουμε αμέσως τι γίνεται εκεί έξω είναι κάπως σαν δεύτερη φύση μας. Νιώθουμε κάπως σαν άρρωστοι όταν αποκοβόμαστε από την επικαιρότητα. Αλλά είχα και εγώ την ανάγκη να ζήσω έστω για λίγο μακράν της «πραγματικότητας».

Δεν έβαλα τυχαία σε εισαγωγικά τη λέξη πραγματικότητα. Καθώς παρασύρθηκα σε πιο προσωπικές σκέψεις, θα σας πω και μία ακόμη που πέρασε από το μυαλό μου στην παραλία της Σκύρου. Τη μοναδική φορά που άνοιξα το Τwitter, πέτυχα –αρκετά καθυστερημένα είναι αλήθεια– την είδηση για τον κ. Κοντονή που αρνήθηκε να εκπροσωπήσει τη χώρα μας στο συνέδριο που έγινε στη μνήμη των θυμάτων του ναζισμού και του κομμουνισμού. Μετακινούμενος από άρθρο σε άρθρο και από δήλωση σε δήλωση, ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι επί μία ολόκληρη εβδομάδα, μία από τις σημαντικότερες «ειδήσεις» –και κεντρικό θέμα της πολιτικής αντιπαράθεσης– ήταν αν υπήρξε ο Στάλιν ή ο Χίτλερ ο μεγαλύτερος σφαγέας του προηγούμενου αιώνα. Αυτό ήταν το πρόβλημά μας. Εν έτει 2017. Στην Ελλάδα.

Δεν σας κρύβω ότι η αυθόρμητη αντίδρασή μου ήταν να κλείσω το Twitter, να στρέψω το κινητό μου στις πατούσες μου και να τις φωτογραφίσω κι εγώ με φόντο τη θάλασσα, πριν κάνω μία ακόμη δροσιστική βουτιά. Το έκανα, δε, απολύτως συνειδητά για να κρατήσω στη μνήμη μου την πραγματικότητα που ζούσα εκείνη τη στιγμή σε σχέση με την άλλη. Αυτήν που επεδίωξε ο κ. Κοντονής και οι συν αυτώ ώστε να με επαναφέρουν κι όλα δείχνουν, δυστυχώς, ότι θα τα ξανακαταφέρουν. Καλό φθινόπωρο!

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ