ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η ενίσχυση του ευρωπαϊκού νομίσματος ευνοεί την παράταση του QE

JAMIE MCGEEVER / REUTERS

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΛΥΣΗ

Η άνοδος του ευρώ πάνω από το 1,20 έναντι του δολαρίου, για πρώτη φορά εδώ και περισσότερο από δύο έτη, δημιουργεί αμφιβολίες για το πώς θα αντιδράσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στη συνεδρίαση της επόμενης εβδομάδας.

Ωστόσο, είναι από τις λίγες φορές όπου επενδυτές από σχεδόν όλες τις αγορές καλωσορίζουν αυτή την αυξημένη αβεβαιότητα. Στις χρηματοπιστωτικές αγορές αυξάνεται η αβεβαιότητα, καθώς η Βόρεια Κορέα εκτοξεύει περισσότερους βαλλιστικούς πυραύλους, η προεδρία Τραμπ βουλιάζει όλο και πιο πολύ στο χάος και παράλληλα απομακρύνεται όλο και περισσότερο από την υιοθέτηση μεταρρυθμίσεων που θα ενίσχυαν τις αγορές.

Σε αυτό το πλαίσιο, η όποια προοπτική να καθυστερήσει η ΕΚΤ τη μείωση του ύψους των μηνιαίων αγορών ομολόγων (QE) –στην ουσία να καθυστερήσει να καταστήσει πιο περιοριστική τη νομισματική της πολιτική– θα γίνει δεκτή με αναστεναγμό ανακούφισης.

Με την οικονομία της Ευρωζώνης να βρίσκεται στην καλύτερη φάση της εδώ και έξι έτη, οι κεντρικοί τραπεζίτες θέλουν να αρχίσουν τη διαδικασία μείωσης του ύψους των μηνιαίων αγορών ομολόγων, δηλαδή να άρουν σταδιακά τα μέτρα ενίσχυσης της οικονομίας στα οποία βασίστηκε η ανάκαμψη της οικονομίας.

Αναμένεται πως η ΕΚΤ θα αρχίσει να περιορίζει τις αγορές στις αρχές του 2018, αν και ο πληθωρισμός (όπως και οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό) παραμένει πολύ κάτω από το 2%. Η ενίσχυση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ περιπλέκει την επιχείρηση «εξομάλυνσης» της νομισματικής πολιτικής, διότι περιορίζει ακόμη περισσότερο τις ήδη ασθενικές πληθωριστικές πιέσεις και ουσιαστικά αποτελεί από μόνη της μέσο σκλήρυνσης της νομισματικής πολιτικής. Οπότε δεν επείγει, πλέον, τόσο πολύ η μείωση του ύψους των μηνιαίων αγορών ομολόγων.

Σύμφωνα με οικονομολόγους της BNP Paribas, η ενίσχυση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ κατά 10% αντιστοιχεί σε πτώση του πληθωρισμού κατά σχεδόν 0,5 ποσοστιαία μονάδα τους επόμενους 12 μήνες. Κατά την τελευταία συνεδρίαση της ΕΚΤ, στις 20 Ιουλίου, η ισοτιμία του ευρώ έναντι του δολαρίου ήταν στο 1,15 και ο πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι είχε πει πως η άνοδος της ισοτιμίας έχει τραβήξει την προσοχή των κεντρικών τραπεζιτών. Το ευρώ έχει ενισχυθεί έναντι του δολαρίου κατά 15% από την αρχή του 2017 και κατά σχεδόν 5% έναντι καλαθιού σημαντικών νομισμάτων και είναι πιθανόν να καταγράψει τη μεγαλύτερη ετήσια άνοδό του από το 2003. Ωστόσο, ο κ. Ντράγκι δεν ανέφερε καθόλου το ευρώ στην ομιλία του την περασμένη εβδομάδα στο οικονομικό συνέδριο της αμερικανικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας (Fed), ενώ η διαφαινόμενη διστακτικότητα της Fed να αυξήσει περαιτέρω τα επιτόκια δανεισμού και η απουσία πολιτικής κατεύθυνσης από τον κ. Τραμπ έριξε τις αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων αλλά και το δολάριο. Από ορισμένες απόψεις η ΕΚΤ δεν μπορεί να εμποδίσει την άνοδο του ευρώ. Οι επενδυτές, ιδιαίτερα όσοι επενδύουν σε μετοχές, ελπίζουν πως η ανατίμηση του ευρώ θα αναγκάσει την ΕΚΤ να τηρήσει στάση αναμονής. Μακροπρόθεσμα ο κίνδυνος από τη διατήρηση χαλαρής νομισματικής πολιτικής είναι η δημιουργία «φουσκών», η διόγκωση του χρέους και η επένδυση σε περιουσιακά στοιχεία με υψηλότερο ρίσκο σε αναζήτηση υψηλότερων αποδόσεων. Ομως, βραχυπρόθεσμα ενδεχόμενη απόφαση της ΕΚΤ να συνεχίσει την τρέχουσα πολιτική για μεγαλύτερο διάστημα θα διατηρήσει τις μετοχές στο σημερινό υψηλό επίπεδο, το κόστος δανεισμού χαμηλά, τα νομίσματα των αναδυόμενων αγορών ισχυρά και οι τιμές των ομολόγων των ανεπτυγμένων οικονομιών θα κινηθούν ανοδικά.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ