Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Απρόβλεπτες διαδρομές

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Κ​​άθε επιστροφή, από παύση ολίγων ημερών, υποβάλλεται από ένα, το ίδιο, ερώτημα: ποιο είναι το πιο σοβαρό που αντιμετωπίζει αυτήν την περίοδο η κοινωνία ή τι προηγείται στην πολιτική σκηνή; Να γράψω για τα τρέχοντα «εξωτερικά», και διαρκώς επίκαιρα, ή για τα τρέχοντα «εσωτερικά» που ανανεώνονται και μετασχηματίζονται, διαρκώς κι αυτά, ειδικά όταν βρίσκουν χρόνο και χώρο να αναπτυχθούν;

Επιλέγω τα δεύτερα. Μεγαλώνουμε, εξάλλου. Με κραδασμούς και ζυμώσεις. Το φετινό καλοκαίρι κύλησε –και συνεχίζει κατά κάποιο τρόπο– με πολλές ιστορίες και αφηγήσεις. Σαν οι άνθρωποι να είχαν μεγαλύτερη ανάγκη να μιλήσουν, να μοιραστούν γεγονότα, μνήμες, περιστατικά, οικογενειακές συνθήκες και προσωπικές διαδρομές. Εξέθεταν τις ζωές τους, τις «εμπιστεύονταν», πιο εύκολα από άλλες χρονιές. Σαν να γεμίζουμε από πολλά βάρη και έχουμε ανάγκη μόλις νιώσουμε ανθρώπινη παρουσία με νόηση και κατανόηση να αρχίσουμε να λέμε «δικά μας».Ή να περιμένουμε πώς και πώς το μικρό κενό ή την παύση στη συζήτηση για να ξεκινήσουμε ένα μονόλογο, μια παρέμβαση εκτενέστερη, σε έναν τόνο προσωπικό.

Μπορεί η επίδραση των social media να καταγράφεται όλο και περισσότερο στις κοινωνικές συναναστροφές, μπορεί η επταετής κρίση να πιέζει σε βάθος, να ανοίγει λαγούμια και πόρτες κλειστές, μπορεί και η ηλικία να συναινεί σε σκέψεις πιο απολογιστικές, σε επανεκτιμήσεις πιο στοχαστικές, σε επαναπροσδιορισμούς επικοινωνίας και –γιατί όχι;– ζωής και βιωμάτων.

Κάπως έτσι συμβαίνει και με τα τραγούδια. Ερχεται η στιγμή τους, για τον καθένα μας. Ο χρόνος ωρίμανσης, ο οποίος μπορεί να μην έχει καμία σχέση με τον χρόνο που γράφτηκε το τραγούδι. Σκύρος, 12 Αυγούστου, συναυλία του Νίκου Πορτοκάλογλου με τη νέα του μπάντα, τους «Ευγενείς αλήτες». Αναδρομή στην πορεία του, τραγούδια από το πρόσφατο cd του, «Εισιτήριο», το κοινό μεικτό, όλων των ηλικιών, καλοκαιρινό, χαλαρό. Αλλοι καθισμένοι στην άμμο, άλλοι σε καρέκλες, όρθιοι κάποιοι λικνίζονται, οι φανατικοί μπροστά μπροστά, τα μικρά παιδιά, μερικά σε καρότσι ακόμη, παρακολουθούν τους ευχαριστημένους γονείς... Ολα έμοιαζαν φιλικά, τρυφερά, με εκείνην την ήπια συμμετοχή που δηλώνει επαφή πιο στοχαστική, χωρίς να λείπουν το κέφι, η χαρά, η επιθυμία της ανάμειξης. Ανάμεσα στο κοινό και μια καθωσπρέπει μεσήλικη κυρία με τον σύντροφό της. Δεν δείχνει τύπος που ξημεροβραδιάζεται σε συναυλίες. Μεσοαστή, μάλλον, με προσεγμένα χαλαρή εμφάνιση. Καθισμένη σε καρέκλα ακολουθεί τα τραγούδια, που μισοξέρει. Πού και πού χαμογελάει, κάτι σχολιάζει με τον σύντροφό της. Ωσπου την ώρα που ο Πορτοκάλογλου ερμηνεύει «Τα καράβια μου καίω» τινάζεται και με μεγάλα, αποφασιστικά, βήματα διασχίζει την απόσταση έως μπροστά στη σκηνή, κάνοντας διακριτικούς ελιγμούς στα κενά του συγκεντρωμένου κόσμου. Προσπαθεί να αρθρώσει το ρεφρέν, αλλά δεν μπορεί. Ενας εσωτερικός λυγμός και δάκρυα, μοιάζουν με αναφιλητά. Σηκώνει και τα δυο χέρια ψηλά (μαζί με τους άλλους θεατές), χορεύει και φωνάζει, μάλλον, παρά τραγουδάει: «Από πείσμα και τρέλα/ θα ζω σε τούτη τη χώρα/ ώσπου να ’βρω νερό/ γιατί ανήκω εδώ». Είναι τόσο αναπάντεχο, που και η ίδια είναι αιφνιδιασμένη από την αντίδραση. Παίρνει βαθιές ανάσες και συνεχίζει... «Ωσπου να ’βρω νερό». Δεν εμποδίζει τα δάκρυα, ούτε καμουφλάρει την αντίδρασή της. Κανείς, ούτως ή άλλως, δεν την προσέχει. Είναι απορροφημένη, βυθισμένη σε ό,τι το τραγούδι ανακαλεί.

Ο Πορτοκάλογλου προλογίζοντας είπε, νομίζω, ότι το αφιερώνει στα παιδιά που ζουν με το δίλημμα «να μείνω ή να φύγω». Το πρόσωπο της ιστορίας μας, όμως, δεν συγκινήθηκε από αυτό. Η αιτία δεν ήταν ούτε στο σήμερα ούτε στις αρχές του ’90, όταν γράφτηκε το τραγούδι. Συναντήθηκαν εκείνη και οι στίχοι, συναντηθήκαμε οι στίχοι κι εγώ, απρόβλεπτα, μέσα από διαδρομές ανομολόγητες, απροσδιόριστες, αλλά τόσο θεραπευτικές.

Στο τέλος, χειροκροτώντας, φώναξα «ευχαριστώ» στον Νίκο Πορτοκάλογλου. Δεν ακούστηκε μέσα στις επευφημίες. Δεν μ’ ένοιαζε και να ακουστεί.

Ο Νέιθαν Ζούκερμαν, ο ήρωας-alter ego του συγγραφέα Φίλιπ Ροθ, λέει στο μυθιστόρημα «Η αντιζωή»: «Κι όσο μιλούσε, εγώ σκεφτόμουν τι ιστορίες υφαίνουν οι άνθρωποι από τη ζωή τους, τι ζωή υφαίνουν οι άνθρωποι απ’ τις ιστορίες...».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ