ΘΕΑΤΡΟ

Μήδεια, ή Ευριπίδης προς Αθηναίους

ΑΝΝΥ ΚΟΛΤΣΙΔΟΠΟΥΛΟΥ

Στιγμιότυπο από τη «Μήδεια» σε σκηνοθεσία Μαριάννας Κάλμπαρη.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ
Μήδεια
Η βαρβαρότητα του έρωτα
σκηνοθ.: Μαριάννα Κάλμπαρη
θέατρο: Ανοιχτό Θέατρο Χώρας Ανδρου

Ο υπότιτλος «Η βαρβαρότητα του έρωτα» ορίζει και περιορίζει την, ιδίως δραματουργικά και σκηνοθετικά, διευρυμένη έως άπληστη, Μήδεια της Μαριάννας Κάλμπαρη (Θέατρο Τέχνης – ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων – Φεστιβάλ Επιδαύρου).

Προτάσσοντας η σκηνοθέτις αυτόν τον υπότιτλο, τραβάει το χαρτί του έρωτα μέσα από το «κουβάρι των σημασιών...» (Παντελής Μπουκάλας) που «μας παρέδωσε η μυθολογία, κυρίως δε η λογοτεχνία... έτσι που η επιλογή του συγκεκριμένου νήματος συνιστά και ερμηνεία».

Με αυτά τα δεδομένα προσέρχομαι στο 3ο Φεστιβάλ Ανδρου, σ’ ένα πλήρες, από ντόπιους και ξένους, κοίλο με υπερπλήρη, από σκηνικά, κοστούμια, ηθοποιούς, ρόλους, σκηνή. Εχω δει φωτογραφίες του σκηνικού στην Επίδαυρο και δεν υπάρχει σύγκριση με ό,τι αντικρίζω. Η σκηνή του όμορφου, ανδριώτικου αμφιθεάτρου, ελάχιστη για το μεγαλεπήβολο σκηνικό, τα μεγάλα κοστούμια (Κωνσταντίνος Ζαμάνης), τους περίπλοκους φωτισμούς (Στέλλα Κάλτσου), τα εμβόλιμα πρόσωπα και κείμενα (επιλογή- μετάφραση Μ. Κάλμπαρη - Ε. Τριανταφυλλοπούλου).

Μαθαίνω για τις πολύωρες και πολύμοχθες προσπάθειες προσαρμογής σκηνικού και παράστασης στον χώρο της Ανδρου με αφαίρεση πολλών στοιχείων ώστε να χωρέσει η παραγωγή, που ξεχείλιζε από παντού.

Εκ των υστέρων πιστεύω πως η έστω και πρόχειρη, ακόμη και άτεχνη, αφαίρεση πολλών στοιχείων ωφέλησε παρά έβλαψε την παράσταση. Η ανάπτυξή της στην ορχήστρα της Επιδαύρου σίγουρα θα δημιουργούσε πολύ μεγαλύτερο κομφούζιο. Εδώ, ακόμη και στριμωγμένα τα πρόσωπα και οι σχέσεις τους στη σκιά (κυριολεκτικά) της υπερμεγέθους κλίνης ερώτων, παθών και φονικών πρόβαλαν πιο κοντινά και εύληπτα επιτρέποντας την εποπτεία εντάσεων και κινήσεων, έστω και άσχετων προς την αρχική κινησιολογική διδασκαλία (Μαρίζα Τσίγκα). Επίσης το κείμενο, στην ποιητική μετάφραση του Χειμωνά, ακούστηκε μεστό και διείσδυσε στη βαθύτερη πρόσληψη του κοινού.

Το όποιο όφελος βέβαια από την αναγκαστική αφαίρεση δεν άρκεσε για να ανατρέψει τις δομικές αστοχίες, την απληστία σώρευσης ιδεών –συχνά δίχως συνάφεια– και την απώλεια μέτρου σε όλα σχεδόν τα επίπεδα. Η Κάλμπαρη μπήκε με ορμή στο Αρχαίο Δράμα και ως άλλη κόρη του Αιήτη πέρασε από το μετρημένο της Τραγωδίας στο άμετρο της ίδιας της Μήδειας.

Πέρα από αυτό όμως, τη σκηνοθεσία διατρέχουν και βασικές, ερμηνευτικές ασάφειες. Ας πούμε, η απουσία των παιδιών της Μήδειας από τα δρώμενα. Στην αρχή τη θεώρησα ως υπαινιγμό για τη συλλογική παιδοκτονία σε καιρούς πολέμων (βρισκόμαστε παραμονές του Πελοποννησιακού), τη χρησιμοποίησή τους ως «ασπίδα» σε κάθε είδους σύρραξη κλπ. Μέχρι την εμφάνιση στο κεφαλάρι της δεσπόζουσας κλίνης δύο ξιφομάχων με στολή. Να το εκλάβω ως φόνο των παιδιών από χέρι άλλου (των Κορινθίων μήπως;) και όχι της Μήδειας;

Και οι εμβόλιμοι ρόλοι; Η εξαιρετική Θεοδώρα Τζήμου ξεκινάει την παράσταση δυναμικά, γοητευτικά, υποβλητικά με εμβόλιμα κείμενα για να υποδυθεί στη συνέχεια, ενδυόμενη νυφικό, τη βασιλοπούλα Γλαύκη. Ο Ευριπίδης δεν την εμφανίζει στη σκηνή και η περιφερόμενη άσκοπα παρουσία της αφήνει έκθετη την προσθήκη. Το ίδιο συμβαίνει και με τη δεύτερη, «βάρβαρη» Μήδεια της Αλεξάνδρας Καζάζη πλάι στη... βεριτάμπλ, παρά την κινησιολογική και εκφραστική της ανταπόκριση. Και οι δύο ρόλοι «αφαίρεσαν» από τη Μαρία Ναυπλιώτου χώρο για μεταπτώσεις, ανάσες, κορυφώσεις, μοναξιά και εκφάνσεις ενός θηριώδους, πολύπτυχου ρόλου, που με γενναιότητα, ταλέντο και γενναιοδωρία έχτισε κι όμως, ανάμεσά τους.

Ο Ιάσων του Χάρη Φραγκούλη, που στις δύο πρώτες σκηνές με τη Μήδεια μπόρεσε να αντιπαραβάλει στη βάρβαρη, παράφορη φύση της το ψεύδος, τον κυνισμό και την υπολογιστική υποκρισία του πολιτισμένου Ελληνα, στη σκηνή του οδυρμού απώλεσε το υποκριτικό μέτρο παραδομένος σε σπασμούς και κλινικά ξεσπάσματα.

Ο Αγγελος της Κωνσταντίνας Τακάλου, οι δύο Κορίνθιες γυναίκες (Ιωάννα Μαυρέα και Σύρμω Κεκέ), ο Κρέων του Αλέξανδρου Μυλωνά, ο Αιγέας του Γεράσιμου Γεννατά και η Τροφός της ίδιας της Κάλμπαρη επιβεβαίωσαν πως και η ιδανικότερη διανομή εξαφανίζεται στη δίνη του πάθους, της αμετροέπειας και της ασάφειας μιας σκηνοθεσίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ