ΚΟΣΜΟΣ

Ο θάνατος του Τσε Γκεβάρα

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ*

Μάρτιος 1960. Ο Τσε (στη μέση) μαζί με τον Κάστρο (αριστερά) διαδηλώνουν κατά των ΗΠΑ, το οποίο ανατίναξαν πλοίο που μετέφερε όπλα στην Κούβα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Είναι γνωστό ότι είναι η ιστορία που γεννά τις προσωπικότητες, αλλά είναι τα πρόσωπα εκείνα που δίνουν σε κάποια ιστορική συγκυρία το ιδιαίτερο στίγμα της, ιδίως όταν αναδεικνύονται σε σύμβολά της. Και η δεκαετία του ’60, η δεκαετία δηλαδή των νεανικών εξεγέρσεων και της απο-αποικιοποίησης του Τρίτου Κόσμου, ταυτίστηκε στο συλλογικό ασυνείδητο με το πρόσωπο του Τσε Γκεβάρα, που έκτοτε θα κοσμούσε τους τοίχους αναρίθμητων εφηβικών δωματίων και θα γινόταν το σύμβολο μιας ποπ γενιάς που αναζητούσε φαντασιακές ρήξεις.

Γεννημένος τον Ιούνιο του 1928 από αριστερή μεσοαστική οικογένεια στην πόλη Ροζάριο της Αργεντινής, ο Ερνέστο υπήρξε ένα παιδί με υψηλές μαθητικές επιδόσεις, αρκετά ταλέντα στον αθλητισμό και με λογοτεχνικές ευαισθησίες, χάρη και στη μεγάλη βιβλιοθήκη του πατέρα του. Μεγαλώνοντας, όμως, ανέπτυξε ιδιαίτερη αγάπη προς τους Νοτιοαμερικανούς συγγραφείς στους οποίους φαινόταν να αναζητεί απροσδιόριστα μια κάποια λατινοαμερικανική ιδιαιτερότητα – μια ιδέα που θα καθόριζε αργότερα με αποφασιστικό τρόπο τη ζωή και τη δράση του.

Τα τρία ταξίδια ριζοσπαστικοποίησης στη Λατινική Αμερική

Η πρώτη καθοριστική στιγμή θα ερχόταν μετά την είσοδό του το 1948 στην Ιατρική σχολή του Μπουένος Αϊρες, την οποία θα διέκοπτε για δύο μεγάλα ταξίδια: ένα με ποδήλατο στη βόρεια Αργεντινή, κι ένα πολύ μεγαλύτερο και μακρύτερο, σε πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής, με μια μοτοσικλέτα και τη συνοδεία ενός φίλου. Σκοπός του ταξιδιού –που θα περιελάμβανε χώρες όπως ο Παναμάς, η Χιλή, το Εκουαδόρ, η Βενεζουέλα κ.ά., και του οποίου το χρονικό θα εκδίδονταν πολύ αργότερα υπό τον τίτλο, «Ημερολόγια Μοτοσικλέτας»– ήταν να καταλήξει σε μια αποικία λεπρών στο Περού, όπου ο εκκολαπτόμενος ιατρός θα παρείχε εθελοντική εργασία για ένα διάστημα. Είναι από εκείνες τις καθοριστικές εμπειρίες που αλλάζουν τη ζωή ενός ανθρώπου.

Το ταξίδι αυτό σε μια ήπειρο όπου κυριαρχούσε ακόμη η ακραία φτώχεια στη μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού, όχι μόνο θα ενίσχυε τις ευαισθησίες του Γκεβάρα έναντι των αδύναμων και περιθωριοποιημένων αλλά κυρίως θα επιβεβαίωνε την αντίληψη (ή φαντασίωσή του) περί της ύπαρξης μιας ενιαίας λατινοαμερικανικής συνείδησης που έπρεπε να αφυπνιστεί μέσω μιας επαναστατικής διαδικασίας.

Αφότου πήρε το πτυχίο του, το 1953, ο νεαρός γιατρός διέσχισε για άλλη μια φορά τη Νότια Αμερική, κάνοντας μια μεγαλύτερη στάση στη Γουατεμάλα. Εκεί θα ερχόταν σε επαφή με τη δεύτερη σημαντική εμπειρία της πολιτικοποίησής του. Παρακολουθώντας από κοντά την ανάληψη της εξουσίας, έπειτα από εκλογές, της κυβέρνησης Τζάκομπο Αρμπένθ που είχε υποσχεθεί τον τερματισμό του παλιού φεουδαρχικού συστήματος, θα γινόταν μάρτυρας των πιέσεων που θα ασκούσαν οι ΗΠΑ του προέδρου Ντουάιτ Αϊζενχάουερ προκειμένου να ρίξουν την κυβέρνηση Αρμπένθ, κάτι που θα κατάφερναν τελικά μέσω πραξικοπήματος το 1954.

Αναζητώντας τον «μεγάλο σκοπό» στην Κούβα

Mετά το πραξικόπημα, η αντι-ιμπεριαλιστική ριζοσπαστικοποίηση του 27χρονου Αργεντινού θα αναζητούσε απλώς έναν μεγάλο σκοπό για να αποκτήσει πραγματική υπόσταση, σκοπό τον οποίο θα βρει στη γνωριμία του με έναν άλλο νεαρό επαναστάτη της περιοχής, τον Κουβανό Φιντέλ Κάστρο, στο Μεξικό, τον Ιούνιο του 1954. Ο ηγέτης του «Κινήματος της 26ης Ιουλίου» έπεισε μέσα σε μια νύχτα τον «Τσε» (που πήρε από τότε το διάσημο προσωνύμιό του) να συστρατευθεί στον αγώνα κατά του δικτάτορα Μπατίστα. Το αντάρτικο αυτό, στο οποίο ο Τσε θα επιδείξει ηγετικές ικανότητες αλλά και ιδιαίτερη σκληρότητα, θα οδηγήσει, μια πενταετία μετά, στην ανατροπή του καθεστώτος, και στην εδραίωση του Κάστρο στην εξουσία, επιβάλλοντας σταδιακά, και μέσα από μεγάλες κοινωνικές και οικονομικές ανατροπές (όχι πάντοτε επωφελείς για τον πληθυσμό), ένα κομμουνιστικό καθεστώς, με τον ίδιο ισόβιο επικεφαλής του, και τον ιδιαίτερα δημοφιλή Τσε Γκεβάρα ως άτυπο υπαρχηγό του.

Βρισκόμαστε στην πρώτη φάση όξυνσης του Ψυχρού Πολέμου, που έχει κυρίως περιφερειακό χαρακτήρα και οι δύο αντιμαχόμενες υπερδυνάμεις αισθάνονται την ανάγκη πρώτα και κύρια να περιχαρακώσουν τη δική τους γεωγραφική γειτονιά από τα εχθρικά καθεστώτα. Για τις ΗΠΑ, η φτωχή και ευεπίφορη στην αντι-ιμπεριαλιστική ιδεολογία Νότια Αμερική θέτει διαρκείς αναστατώσεις στην «πίσω αυλή» της. Ιδιαίτερα η εδραίωση των φιλομαρξιστών Κάστρο-Τσε στην Κούβα θα αποτελέσει ένα διαρκές αγκάθι στην εξωτερική πολιτική της Ουάσιγκτον, καθώς το νησί αυτό της Καραϊβικής, θα αποδειχθεί ήδη με την κρίση των ρωσικών πυραύλων του 1962, ότι θα μπορούσε να λειτουργήσει ως το προκεχωρημένο φυλάκιο της κομμουνιστικής απειλής στο μαλακό υπογάστριο των ΗΠΑ. Ωστόσο, στο εσωτερικό του νέου κουβανικού καθεστώτος τα πράγματα δεν θα προχωρούν όπως τα είχαν φανταστεί οι δύο ηγέτες του, ενώ σύντομα οι διαφορετικές στοχεύσεις τους θα οδηγήσουν στο πάγωμα των μεταξύ τους σχέσεων.

Ο Τσε ανέλαβε αρχικά το υπουργείο Βιομηχανίας και, λίγο μετά, τη θέση του επικεφαλής της κεντρικής τράπεζας της χώρας. Εδωσε προτεραιότητα στην αγροτική μεταρρύθμιση και στις εθνικοποιήσεις, ωστόσο για τον Αργεντινό το βασικό ήταν η αλλαγή της κουλτούρας των Κουβανών ιθαγενών, με την εμφύσηση αξιών που θα οδηγούσαν υποτίθεται σε έναν «Νέο Ανθρωπο», εργατικό, συλλογικό, αδιάφθορο, αντι-υλιστή και αντι-ιμπεριαλιστή. Γεγονός είναι, πάντως, ότι αν κρίνει κανείς από τα αποτελέσματα, η συνολική παραγωγή έπεσε αυτά τα χρόνια, η πειθαρχία και η αφοσίωση των εργατών στη εργασία τους απείχαν αισθητά από τις διακηρύξεις του Τσε, ενώ κοινή ήταν η πεποίθηση ότι ο τελευταίος ήταν ελάχιστα εξοικειωμένος με σύνθετους οικονομικούς όρους, υπακούοντας αντίθετα σε προκαπιταλιστικά σχήματα άσχετα με την πραγματικότητα του σύγχρονου κόσμου, όπως η μη εκχρηματισμένη οικονομία και η εθνική αυτάρκεια σε αγαθά.

Από τις διεθνείς περιοδείες στα βουνά της Βολιβίας και από το τέλος στον μύθο

Ο Τσε, έχοντας πάντως οικοδομήσει ένα προφίλ ανιδιοτελούς επαναστάτη, θα αποτελέσει, εξαιτίας της παγκόσμιας δημοτικότητάς του, το πιο προβεβλημένο πρόσωπο του καθεστώτος στον έξω κόσμο. Ο Κάστρο θα τον στέλνει συχνά σε περιοδείες σε χώρες του Τρίτου Κόσμου αλλά και σε κράτη του ανατολικού μπλοκ προσπαθώντας να οικοδομήσει συμμαχίες και να προωθήσει την ιδέα της επανάστασης, ιδέα που άλλωστε θα θέλγει ακόμη και δυτικούς διανοούμενους όπως ο Ζαν-Πολ Σαρτρ και η Σιμόν ντε Μποβουάρ, που θα τον επισκεφθούν στην Αβάνα, το 1960. Η αντι-ιμπεριαλιστική ρητορική του Τσε θα ενδυναμώνεται προϊούσης της δεκαετίας του ’60 και θα συμπεριλάβει πλέον και τη στενότερη σύμμαχο της Κούβας, την ΕΣΣΔ. Ειδικότερα, ο ίδιος θα υποστηρίζει ότι η Μόσχα είχε προδώσει τις αρχές του Μαρξ και συμμετείχε στην εκμετάλλευση του Νότου από τον πλούσιο Βορρά. Οι αποτυχίες στην οικονομική του πολιτική και η δημόσια κριτική στην ΕΣΣΔ, που στήριζε σε πολύ μεγάλο βαθμό την κουβανική οικονομία, μαζί με τη φιλοκινεζική στροφή του Τσε (από το 1960 είχε επέλθει ρήξη στις σινο-σοβιετικές σχέσεις), θα οδηγήσουν τον Κάστρο στη σιωπηρή περιθωριοποίηση του συντρόφου του.

Από το 1965 ο Τσε θα εξαφανιστεί από τη δημόσια ζωή, αναζητώντας έναν νέο υψηλό σκοπό, μέσα από τη δημιουργία «ενός, δύο, τριών, πολλών Βιετνάμ». Επειτα από μια αποτυχημένη προσπάθεια δημιουργίας αντάρτικου στο Κονγκό, ο Τσε θα στραφεί στη Λατινική Αμερική που γνώριζε πολύ καλύτερα, και ειδικά στη Βολιβία, στην οποία είχε επιβληθεί δικτατορικό καθεστώς από το 1964. Ο Αργεντίνος επαναστάτης θα ηγηθεί, από το 1966 και μετά, μιας πολύ μικρής ένοπλης ομάδας ανταρτών που θα δραστηριοποιηθούν στα ορεινά της νοτιοανατολικής επαρχίας της χώρας. Υστερα από μερικές πρώτες επιτυχίες θα βρεθούν χωρίς υποστήριξη από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Βολιβίας, ενώ ούτε ο Κάστρο θα δείξει ενδιαφέρον να συνδράμει ουσιαστικά. Εξάλλου, είναι γεγονός πως ο Τσε δεν θα βρει στηρίγματα ούτε και στον ντόπιο πληθυσμό, οι δε σκληρές συνθήκες της ζούγκλας και η έλλειψη των στοιχειωδέστερων για τη διαβίωση εξαντλούσαν καθημερινά τους άνδρες του. Από την άλλη, η αποφασιστικότητα του Στέιτ Ντιπάρτμεντ να καταπνίξει εν τη γενέσει της την απειλή και η ενεργή εμπλοκή των αμερικανικών ειδικών δυνάμεων, που θα στείλουν ένα τάγμα για να επιχειρεί μαζί με τον κυβερνητικό στρατό, θα αποδειχτούν καταλυτικές. Στις 7 Οκτωβρίου 1967, το κρησφύγετο του Τσε θα εντοπιστεί από μια δύναμη 1.800 ανδρών, και ο ίδιος θα συλληφθεί μετά από μάχη στην οποία μάλιστα θα τραυματισθεί. Θα μεταφερθεί σε κοντινό χωριό για ανάκριση, ωστόσο παρά τις αντιρρήσεις των Αμερικανών που τον ήθελαν ζωντανό για να αλιεύσουν περισσότερες πληροφορίες, ο Βολιβιανός πρόεδρος, Ρενέ Μπαριέντος, θα διατάξει την άμεση εκτέλεση του Τσε, η οποία θα γίνει επί τόπου από έναν Βολιβιανό λοχία, στις 9 Οκτωβρίου. Η σορός του θα εκτεθεί από το καθεστώς παρουσία δημοσιογράφων, για να μην υπάρξει καμία αμφιβολία για τον θάνατό του, ενώ ο Κάστρο, χωρίς κανέναν πια να τον ανταγωνίζεται, θα ανακοινώσει στις 15 Οκτωβρίου το γεγονός με έναν παθιασμένο επικήδειο στην Πλατεία της Επανάστασης.

Ο μύθος του Τσε Γκεβάρα ως του αγίου των απανταχού αδικημένων δεν θα αργήσει να χτιστεί. Δυο-τρεις μήνες μετά τον θάνατό του, θα ξεκινούσαν άλλωστε οι νεολαιίστικες εξεγέρσεις του 1968, που θα απλώνονταν σε όλο τον δυτικό κόσμο και θα κορυφώνονταν στον γαλλικό Μάη. Και σε αυτές, η φιγούρα του Τσε θα αποτελέσει το ιδανικό σύμβολο του νεορομαντικού επαναστάτη με ή χωρίς αιτία.

* Ο κ. Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας, διευθυντής του ΠΜΣ «Διακυβέρνηση και Επιχειρηματικότητα», αρχισυντάκτης της «Νέας Εστίας».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ