ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Είσαι για Καραγκιόζη;

Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος

Συνάντησα τον Άγγελο Δεληβορριά το 2003 σε μια έκθεση του φωτογράφου Στέλιου Σκοπελίτη, ο οποίος και μας σύστησε. Ήμουν στρατιώτης Τεθωρακισμένων τότε με άδεια εξόδου από το ΚΕΤΘ Αυλώνα και ζωγράφιζα αυτοπροσωπογραφίες. Του είπε ο Σκοπελίτης να δει δουλειά μου και κατά σύμπτωση είχα μαζί μου έναν φάκελο γεμάτο σχέδια με σινική για να του δείξω. 

Ζήτησε να τα δει επιτόπου. 

«Παραγγελίες κάνεις;» με ρώτησε και μου περιέγραψε μια έκθεση που ετοίμαζε με πορτρέτα του Αντώνη Μπενάκη – αυτή με την οποία εγκαινίασε τότε (το 2004) το νέο κτίριο της Πειραιώς. Κανόνισε να μου δώσουν από το μουσείο φωτογραφίες του ευεργέτη. Τότε θεωρούσα κάτι σαν έγκλημα καθοσιώσεως το να δουλέψω αποκλειστικώς από φωτογραφία. Νόμιζα πως θα πρόδιδα τη ζωγραφική και άλλα τέτοια φαιδρά, κυρίως ορμώμενος από την κριτική στη μοντερνικότητα του Jean Clair – 28 ετών ήμουν, μέχρι εκεί μου έκοβε. Έτσι λοιπόν αποφάσισα να κάνω μια αυτοπροσωπογραφία εκ του φυσικού, μεταμφιεσμένος ως Αντώνης Μπενάκης.

Βασίστηκα σε κάποιες από τις φωτογραφίες του από όταν ήταν νεότατος, με σκούρα μαλλιά και παχύ μαύρο μουστάκι. Αγόρασα περούκα, καθότι φαλακρός. Μουστάκι είχα ήδη αφήσει για τον στρατό.

Δούλευα λοιπόν το έργο αυτό νυχθημερόν, ήθελα να το τελειώσω προτού λήξει η άδειά μου και μπω πάλι στο ΚΕΤΘ. Δεν έβγαινε όμως με τίποτε κι εγώ απελπιζόμουν. Ήθελα να το σκίσω το έργο, να το κάψω και να το φάω. Ευτυχώς εκείνη την ώρα πέρασε ένας καλός φίλος, ο Πάνος Χριστοδούλου, και πήγαμε Κυριακή βράδυ σε ένα ημιυπόγειο μαγαζί στου Γκύζη που ’χε παράσταση Καραγκιόζη για ενηλίκους. Ο νεότερος στο μαγαζί πρέπει να ήταν κοντά στην ηλικία μας, άντε 25 ετών. Το μέρος δεν είχε καν επιγραφή απέξω. Δεν έχω ιδέα πώς ή από πού το έμαθε ο Πάνος. Σέρβιραν ντάκο, κεφτεδάκια, πατάτες τηγανητές και άλλα ορεκτικά και φυσικά κρασί και μπίρες.

Δεν θυμάμαι ποιο έργο έπαιζε. Θυμάμαι όμως πως ηρέμησα πολύ. Είχα ξεχάσει τη ζωγραφιά στο εργαστήριό μου και σκεφτόμουν ενόσω έβλεπα την παράσταση τα κείμενα του Γιάννη Τσαρούχη για το ελληνικό θέατρο σκιών από την εξαιρετική συλλογή κειμένων του ζωγράφου που είχε εκδώσει ο Καστανιώτης. 

Ο Τσαρούχης είχε απεριόριστο θαυμασμό για την τέχνη του Καραγκιόζη. Τον συνέδεε ειλικρινής φιλία με τον Σωτήρη Σπαθάρη και τον τότε νεαρό γιο του Ευγένιο, τον οποίο και ζωγράφισε ως έρωτα – ένα όμορφο μικρό έργο, το οποίο νομίζω πως ανήκει στο Ίδρυμα Τσαρούχη. Η τέχνη του Καραγκιόζη επηρέασε τον Τσαρούχη πολύ στη δουλειά του. Μεταξύ άλλων τον βοήθησε να κατανοήσει βαθύτερα το έργο του Ματίς. Ταυτοχρόνως κατέστη μια επιρροή αντίρροπη ή, πιο σωστά, συμπληρωματική των προτύπων της δυτικής ζωγραφικής και των αναμνήσεων του Τσαρούχη από τα ευρωπαϊκά μουσεία. 

Εκεί ακριβώς έγκειται και το ζήτημα της «ελληνικότητας» του Τσαρούχη: στη σύνδεση του λόγιου με το λαϊκό στοιχείο, στην αφομοίωση των δυτικών επιρροών με τα εν γένει ανατολικά ή ειδικότερα ανατολίτικα πρότυπα. Δεν είναι οι φουστανέλες και τα συμπαρομαρτούντα φολ-
κλόρ στοιχεία από μόνα τους αυτά που καθιστούν ένα έργο ελληνικό. Άλλωστε, όλα αυτά εν προκειμένω, όπως έλεγε και ο ίδιος ο Τσαρούχης, είναι τουρκικές και αλβανικές επιρροές που αφομοιώθηκαν. Το αυτό άλλωστε συνέβη και στη γλώσσα, κι ας το έχουμε βολικά ξεχάσει. Έτσι προέκυψε το αμίμητο «στο ελληνικό λεξιλόγιο υπάρχουν δύο λέξεις που δεν τις βρίσκεις στα δικά τους [τα ξένα]: “μπέσα” (sic) και “φιλότιμο”» του Καρατζαφέρη.

Απολάμβανα, λοιπόν, πολύ την περίεργη αυτή Κυριακή. Όταν κατόπιν με πήγε ο Πάνος σπίτι, τον παρακάλεσα να έρθει επάνω να δει τη ζωγραφιά για να μου πει μια γνώμη, «διότι μου ’ρχεται», του είπα, «να το κάψω». Ανεβήκαμε στο εργαστήριο και μόλις έφτασε ο Πάνος επάνω, στέκει λίγο και ψελλίζει: «Ρε συ. Είναι πολύ ωραίο!». Όταν έφτασα και εγώ επάνω, ήταν σαν να έβλεπα άλλο έργο. Έλαμπε. Ευτυχώς που έκανα εκείνο το διάλειμμα και βγήκα. Έτσι καθάρισε το κεφάλι μου και σώθηκε το έργο. 

Ο Μπενάκης μου εκείνη την Κυριακή διεσώθη από τον Καραγκιόζη. ■

* Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος είναι εικαστικός.

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ