ΠΑΙΔΙ

Η Σημασία του Προληπτικού Οφθαλμολογικού Ελέγχου στην παιδική ηλικία

Η πρόληψη αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της σύγχρονης ιατρικής παρέμβασης και βασική συνιστώσα σε αυτό που ονομάζουμε ποιότητα ζωής. Επίσης, βοηθά στην αποτροπή ή τη μείωση των επιπτώσεων, ασθενειών που ταλανίζουν τον ανθρώπινο οργανισμό και αυξάνουν τη θνησιμότητα ή τη νοσηρότητα μίας πληθυσμιακής ομάδας.

Ο τακτικός οφθαλμολογικός έλεγχος στα πρώτα χρόνια της ζωής είναι απαραίτητος, γιατί μπορεί να μειώσει ραγδαία την επίπτωση και τη νοσηρότητα οφθαλμικών παθήσεων, που είτε υπάρχουν από τη γέννηση, είτε εμφανίζονται στα πρώτα χρόνια της ζωής. Η επίδραση των παθήσεων αυτών στην όραση του αυριανού ενήλικα, είναι καθοριστική. Κι αυτό γιατί «μαθαίνουμε να βλέπουμε», όπως μαθαίνουμε να μιλάμε. Ένας οφθαλμός, που δε μαθαίνει να βλέπει μέσα στα πρώτα χρόνια της ζωής, θα είναι για πάντα αμβλυωπικός, δηλαδή θα έχει μειωμένη οπτική ικανότητα. Το γεγονός αυτό, μετά τα πρώτα χρόνια της ζωής, δεν αναστρέφεται με κάποια θεραπεία.

Ο προληπτικός οφθαλμολογικός έλεγχος, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα, θα πρέπει να ξεκινά νωρίς. Όλα τα νεογέννητα παιδιά στις προηγμένες χώρες - δυστυχώς όχι και στην Ελλάδα - υποβάλλονται σε οφθαλμολογικό έλεγχο για να αποκλεισθούν συγγενείς παθήσεις που απαιτούν άμεση αντιμετώπιση.

Στην κατηγορία αυτή ανήκει ο συγγενής καταρράκτης (συχνότητα 1 στις 400 γεννήσεις) και το συγγενές γλαύκωμα (συχνότητα 1 στις 10000 γεννήσεις), η αμφιβληστροειδοπάθεια της προωρότητας (είναι υπεύθυνη για το 25% περίπου των τυφλών παιδιών), αλλά και ποικίλες άλλες συγγενείς οφθαλμικές ανωμαλίες. Παιδιά χωρίς κάποιο αποδεδειγμένο κλινικό πρόβλημα, αλλά με κληρονομικό ιστορικό ή με κάποια ευρήματα που εγείρουν πιθανότητες για υποκείμενη νόσο (π.χ. συγγενής εσωτροπία, συγγενής απόφραξη ρινοδακρυϊκού πόρου, κ.α.), επανελέγχονται γύρω στον 3ο μήνα της ζωής τους.

Ο επόμενος οφθαλμολογικός έλεγχος, σύμφωνα πάντα με τα διεθνή πρότυπα, γίνεται γύρω στον 6ο -12ο μήνα της ζωής. Στην ηλικία αυτή είναι δυνατόν να εκτιμηθεί πλήρως η κινητικότητα των οφθαλμών, η ύπαρξη στραβισμού (4% του γενικού πληθυσμού), η διαθλαστική κατάσταση και, αδρά, η οπτική ικανότητα. Επίσης, διάφορες κληρονομικές παθήσεις (π.χ. αμφιβληστροειδοπάθειες), είναι δυνατόν να ανιχνευθούν με τη βοήθεια του κλινικού ή παρακλινικού ελέγχου στα παιδιά αυτής της ηλικίας.

Η οφθαλμολογική εξέταση στο 3ο έτος της ζωής είναι ιδιαίτερα κρίσιμη για την εκτίμηση της ανάπτυξης της οπτικής ικανότητας ενός παιδιού. Στην ηλικία αυτή το παιδί είναι λεκτικό και είναι δυνατόν να εκτιμήσουμε, εκτός όλων των άλλων παραμέτρων, και με τη βοήθεια απλών σχεδίων, την οπτική οξύτητα κάθε οφθαλμού ξεχωριστά. Η αμβλυωπία, δηλαδή η ύπαρξη ενός τεμπέλικου ματιού, που δε βλέπει καλά ακόμα και με γυαλί, συχνά εντοπίζεται και αντιμετωπίζεται σε αυτήν ακριβώς την ηλικία. Η αμβλυωπία δεν είναι σπάνια, αφορά το 7% των ανθρώπων και, αν αντιμετωπισθεί εγκαίρως, μπορεί να αναταχθεί. Αν δεν παρέμβουμε μέχρι την ηλικία των 8-9 ετών, η οπτική οξύτητα του αμβλυωπικού ματιού θα είναι για πάντα μειωμένη, γεγονός που, όπως αναφέρθηκε, δε θεραπεύεται και δεν αντιστρέφεται.

Στην ηλικία των 5 ετών, εκτός από τον πλήρη ανατομικό και οφθαλμοκινητικό έλεγχο, ο ακριβής διαθλαστικός έλεγχος θα επιτρέψει στο παιδί της προσχολικής ηλικίας να ξεκινήσει το σχολείο χωρίς κάποιο πιθανό διαθλαστικό μειονέκτημα, που όχι σπάνια αποτελεί αιτία κακής σχολικής επίδοσης.

Στα μεγαλύτερα παιδιά, ο ετήσιος έλεγχος είναι ικανός να ανιχνεύσει προβλήματα που συχνά ανακύπτουν στα πρώτα σχολικά χρόνια, όπως η σχολική μυωπία. Η τελευταία είναι δυνατό να γνωρίσει μία επιταχυνόμενη αύξηση, ιδιαίτερα κατά την περίοδο που το παιδί αναπτύσσεται ταχέως σωματικά, όπως στην εφηβεία.

Προγράμματα προληπτικού οφθαλμολογικού ελέγχου τρέχουν σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες, παράλληλα με άλλα ιατρικά προληπτικά προγράμματα. Στη χώρα μας δυστυχώς, η κατάργηση προ 2ετίας, λόγω της οικονομικής κρίσης, του υποχρεωτικού προληπτικού οφθαλμολογικού ελέγχου, τον άφησε στην κρίση και στο βαθμό ενημέρωσης των γονιών.

Πλέον, ο ειδικός παιδοφθαλμίατρος είναι ο αρμόδιος για τη διενέργεια του προληπτικού οφθαλμολογικού ελέγχου, ιδίως στην προσχολική ηλικία, ώστε να εξασφαλιστούν οι καλύτερες δυνατές συνθήκες για την ανάπτυξη του εύπλαστου οπτικού συστήματος των παιδιών. Σε ακριτικές περιοχές, με δυσκολίες πρόσβασης, τον ειδικό παιδοφθαλμίατρο μπορεί να υποκαταστήσει ευκαιριακά ο γενικός οφθαλμίατρος, ο παιδίατρος που έχει εκπαιδευθεί στην παιδοφθαλμολογία ή ακόμα και ειδικά εκπαιδευμένοι νοσηλευτές με οφθαλμολογικό εξοπλισμό.

Γράφει ο Σταμάτης Γκατζώνης, Χειρουργός - Οφθαλμίατρος Παιδοφθαλμίατρος, Διευθυντής Παιδοφθαλμολογικής Κλινικής στο Παιδιατρικό Κέντρο Αθηνών.
Όμιλος Ιατρικού Αθηνών
Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ