ΚΟΣΜΟΣ

Ενοχές νιώθουν οι πάμπλουτοι της Νέας Υόρκης

REUTERS

Το Trinity School του Μανχάταν χρεώνει 30.000 δολάρια για τα ετήσια δίδακτρα τελειοφοίτων λυκείου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ. Τις αμφιβολίες που ταλανίζουν το 1% των πλουσιότερων κατοίκων της Νέας Υόρκης για τον άκρως καταναλωτικό τρόπο ζωής τους, παρουσιάζει στο βιβλίο της η κοινωνιολόγος Ρέιτσελ Σέρμαν.

Για το πόνημά της, το οποίο παρουσιάζει ο δημοσιογράφος Σάιμον Κούπερ, η Σέρμαν συνομίλησε με 50 γονείς από τη Νέα Υόρκη, των οποίων το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα κυμαίνεται μεταξύ 250.000 και 10 εκατ. δολαρίων (το μέσο εισόδημα μιας οικογένειας στην πόλη είναι της τάξης των 52.000 δολαρίων).

Η Λούσι, η οποία μίλησε στη Ρέιτσελ Σέρμαν, επέλεξε να μείνει στο σπίτι για να μεγαλώσει τα παιδιά της, καθώς είναι παντρεμένη με μεγιστάνα του χρηματιστηρίου. Ερωτηθείσα εάν ο πολυτελής τρόπος ζωής της είναι ηθικός, η Λούσι απαντά: «Σε κανέναν δεν αξίζει τέτοιος τρόπος ζωής».

Πολλά μέλη της ελίτ της Νέας Υόρκης εκφράζουν ενοχές, ακόμη και ντροπή, για τον πλούτο τους και αναζητούν τρόπους να τον αποκρύψουν. Μία πάμπλουτη γυναίκα ομολόγησε πως «αισθάνεται ότι ζει μέσα στην υποκρισία».

Η αμερικανική κουλτούρα, όμως, επιτρέπει στους πλούσιους να νιώθουν ότι αξίζουν όσα πλούτη απέκτησαν, εφόσον τηρούν τρεις κανόνες: εργάζονται σκληρά, ξοδεύουν συντηρητικά και επιστρέφουν μέρος των εσόδων τους σε ηθικούς σκοπούς. Πρότυπό τους είναι ο Ουόρεν Μπάφετ, ο δισεκατομμυριούχος επενδυτής που ζει σε «συμβατικό» σπίτι στην πόλη Ομαχα της Νεμπράσκα.

Πολλές από τις δωρεές των βαθύπλουτων κατοίκων της Νέας Υόρκης, όμως, καταλήγουν στα ταμεία των ιδιωτικών σχολείων των παιδιών τους.

«Το αξίζω»

Αγωνιώδεις προσπάθειες καταβάλλουν, στο μεταξύ, τα μέλη της ανώτερης τάξης της πόλης για να δικαιολογήσουν όχι μόνο τον προσωπικό τους πλούτο, αλλά ολόκληρο το οικονομικό σύστημα. Κάθε προνόμιο που συντέλεσε στον πλουτισμό τους, όπως η ανατροφή και η κληρονομιά των γονέων τους, μπορεί να ξεχασθεί εάν αποδείξουν ότι αξίζει να κατέχουν τα πλούτη τους. Ενας άνδρας είπε μιλώντας στη Σέρμαν: «Βέβαια και αξίζω όσα έχω. Τα δημιούργησα όλα μόνος μου. Τα πεθερικά μου βοήθησαν βέβαια, αλλά όλα τα έφτιαξα μόνος».

Με τη βοήθεια της ψυχανάλυσης πολλοί από τους πάμπλουτους Νεοϋορκέζους ξεπερνούν τις τύψεις και τις αναστολές τους. Μία γυναίκα λέει: «Επρόκειτο να γίνω επαναστάτρια, αλλά τότε μου έκαναν το πρώτο μου μασάζ και τα ξέχασα όλα».

Την ίδια ώρα, πολλά μέλη της τάξης αυτής επιλέγουν την κοινωνική περιχαράκωση, εγκαταλείποντας τους λιγότερο εύπορους φίλους τους για να συστήσουν πραγματικά «γκέτο» πλουσίων, όπου μπορούν επιτέλους να νιώσουν άνετα. Τέτοιοι θύλακες πλούτου δημιουργήθηκαν τις τελευταίες δύο δεκαετίες σε συνοικίες όπως το Ουίλιαμσμπουργκ του Μπρούκλιν.
 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ