ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Από τα τηλεφωνήματα που δεχόμαστε καθημερινά από πολίτες, αρκετοί είναι αυτοί που ρωτούν πότε θα μπορέσουμε να προβλέψουμε έναν σεισμό», μας λέει χαμογελώντας ο διευθυντής ερευνών του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου Βασίλης Καραστάθης. Το γραφείο του στον Λόφο των Νυμφών είναι καλυμμένο από οθόνες υπολογιστών, καλώδια, πληκτρολόγια και λάπτοπ για τον συντονισμό της ερευνητικής του ομάδας.

Oι ερευνητικές προσπάθειες που πραγματοποιούνται, αν και ελπιδοφόρες, δεν είναι σε θέση μέχρι σήμερα να οδηγήσουν σε ακριβείς προβλέψεις ως προς το πού και πότε θα χτυπήσει ο Εγκέλαδος. Ωστόσο, συμβάλλουν αποτελεσματικά στην αντισεισμική προστασία της χώρας μας και σε αυτό το πλαίσιο οι ερευνητές του Ινστιτούτου ανέπτυξαν πρόσφατα ένα νέο ψηφιακό εργαλείο για την αντισεισμική θωράκιση των μνημείων, ναών, κτισμάτων και μουσείων που βασίζεται, όχι σε προβλέψεις, αλλά σε πραγματικά δεδομένα. «Οι πολιτιστικοί οργανισμοί και τα μνημεία της χώρας μπορούν να χρησιμοποιήσουν το ερευνητικό πρόγραμμα «Ασπίδα», για να βοηθηθούν στη λήψη των κατάλληλων μέτρων με στόχο την ελαχιστοποίηση του κινδύνου σε περίπτωση σεισμού», λέει στην «Κ» ο κ. Καραστάθης, εξηγώντας μας τον σχεδιασμό και τα αποτελέσματα του προγράμματος.

Η μεγάλη επιστημονική ομάδα της «Ασπίδας», αποτελούμενη από ερευνητές σεισμολόγους, μηχανικούς και γεωλόγους, κινήθηκε σε δύο άξονες: αρχικά εντόπισε και ταξινόμησε τα μνημεία και τους αρχαιολογικούς χώρους στην ελληνική επικράτεια και έπειτα διερεύνησε και μοντελοποίησε τα ενεργά σεισμικά ρήγματα, ώστε να μπορεί να υπολογίσει την «σεισμική επιτάχυνση», που πρακτικά δείχνει τη δύναμη που θα δεχθούν τα κτίρια σε περίπτωση σεισμού από την ενεργοποίηση κάποιου ρήγματος. «Μελετήσαμε και τις τοπικές συνθήκες για να έχουμε καλύτερα αποτελέσματα και οργανώσαμε όλες αυτές τις πληροφορίες σε μια ηλεκτρονική βάση γεωγραφικών πληροφοριών (GIS)», σημειώνει ο διευθυντής ερευνών του ινστιτούτου. Με αυτόν τον τρόπο έγινε για πρώτη φορά σε τόσο μεγάλο βαθμό μια σύνδεση των ενεργών ρηγμάτων με τα μνημεία που είναι χτισμένα στην περιοχή τους.

Η καινοτομία

Η καινοτομία όμως της «Ασπίδας» δεν είναι μόνο η σύνδεση μνημείων και ρηγμάτων. Με βάση τα σεισμικά δεδομένα που παρέχει το πρόγραμμα, οι επιστήμονες και οι μηχανικοί μπορούν να τεστάρουν ένα μνημείο ψηφιακά για να δουν την αντοχή του σε ενδεχόμενο σεισμό και αν τα υλικά του το προδώσουν, να προχωρήσουν σε βελτιώσεις και ενισχύσεις. «Ολα τα τεστ μπορούν να γίνουν ψηφιακά και το πρόγραμμα μπορεί να μας δείξει ακριβώς τα σημεία που είναι περισσότερο ευαίσθητα και χρειάζονται εργασίες βελτίωσης. Οι παρεμβάσεις των μηχανικών γίνονται πρώτα σε ψηφιακό περιβάλλον, γίνεται επανέλεγχος και τέλος αποφασίζονται οι τυχόν επεμβάσεις στο ίδιο το μνημείο», σημειώνει ο κ. Καραστάθης.

Ο τρόπος λειτουργίας και ο εντοπισμός των τρωτών σημείων

• Ψηφιακός σεισμός: Για να καταλάβουμε καλύτερα πώς εφαρμόζεται το πρόγραμμα σε πραγματικά μνημεία ανοίγουμε με τον κ. Καραστάθη τα δεδομένα του Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου στο Πλατάνι της Αχαΐας που χρονολογείται στον 12ο αιώνα. Πρόκειται για έναν μονόχωρο τρίκογχο ναό με τρούλο και τριμερή νάρθηκα και είναι ένας από τους μόλις πέντε ναούς αυτής της μορφής που σώζονται στην Ελλάδα. «Ο ναός είναι ανοιχτός στο κοινό, τελείται η θεία λειτουργία, έχει σποραδικές βλάβες και ήταν ενδιαφέρον να διερευνήσουμε πώς θα επηρεαστεί το κτίσμα και τι συμπεριφορά θα έχει σε έναν σεισμό». Στον χάρτη της «Ασπίδας» φαίνεται καθαρά ότι ο ναός βρίσκεται κοντά σε ενεργό ρήγμα. Αυτό σημαίνει ότι το ρήγμα μπορεί να δώσει σεισμό σύντομα; «Oχι, δεν βασιζόμαστε στο κατά πόσον πιθανό είναι να γίνει άμεσα ένας σεισμός στην περιοχή», τονίζει ο διευθυντής ερευνών του Ινστιτούτου, «αλλά λαμβάνουμε υπ’ όψιν μας το δυσμενέστερο σενάριο με βάση το μέγεθος και τα χαρακτηριστικά του ρήγματος και της περιοχής θεμελίωσης του μνημείου, διότι η αξία των μνημείων δεν περιορίζεται στα επόμενα χρόνια, αλλά εκτείνεται στο βάθος των αιώνων».

• Στοχευμένη συντήρηση: Οι επιστήμονες αποτύπωσαν με σύγχρονες μεθόδους το εσωτερικό και το εξωτερικό κέλυφος του κτιρίου, συνέταξαν την αρχιτεκτονική κάτοψη, τις τομές, τις οικοδομικές φάσεις του κτιρίου, ανέλυσαν τα δομικά του στοιχεία και στο τέλος σχεδίασαν ένα ψηφιακό τρισδιάστατο ομοίωμα για την πειραματική εφαρμογή της «Ασπίδας». «Σε αυτό το ομοίωμα προκαλέσαμε τεχνητά έναν ψηφιακό σεισμό, λαμβάνοντας υπ’ όψιν το δυσμενέστερο σενάριο σε σχέση φυσικά με το ρήγμα της περιοχής, δηλαδή 5,9 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ και είδαμε ποια είναι τα αδύναμα σημεία του ναού», μας λέει ο κ. Καραστάθης. Η ομάδα του συνέκρινε τα αποτελέσματα του πειράματος με την υφιστάμενη κατάσταση του κτιρίου και είδαν ότι υπάρχουν ζημιές, προφανώς από παλαιότερους σεισμούς, σε ορισμένα από τα σημεία του ψηφιακού ομοιώματος που υποδείχθηκαν ως ιδιαίτερα τρωτά. Με βάση τα αποτελέσματα της «Ασπίδας» η συντήρηση του ναού μπορεί να γίνει πιο στοχευμένη. Στο πλαίσιο του προγράμματος, η ερευνητική ομάδα έκανε παρόμοιες μετρήσεις στον Ιερό Ναό Αγίων Θεοδώρων στον κάμπο Αβίας, ένα μνημείο που η κατασκευή του τοποθετείται την περίοδο της οθωμανικής κατοχής και στον Ιερό Ναό Αγίου Μηνά και της Παντάνασσας στο Ηράκλειο της Κρήτης.

Το πρόγραμμα που ανέπτυξε το Γεωδυναμικό Ινστιτούτο στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ (2007-13) είναι ανοιχτό στο κοινό και φυσικά στους πολιτιστικούς φορείς για να το χρησιμοποιήσουν (ηλεκτρονική διεύθυνση aspida3.gein.noa.gr). Με την έναρξη της σχολικής χρονιάς η ομάδα του Γεωδυναμικού με επικεφαλής τον διευθυντή του Ινστιτούτου καθηγητή Ακη Τσελέντη, θα εφαρμόσει παρόμοιες τεχνικές με αυτές της «Ασπίδας» σε σχολεία της Κορινθίας.

Διπλή δουλειά

Οταν οι σεισμολόγοι του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου ξεκίνησαν να επεξεργάζονται τα δεδομένα της «Ασπίδας», έφτασαν μπροστά σε μια δυσάρεστη έκπληξη. Οι βάσεις δεδομένων του υπουργείου Πολιτισμού για τα μνημεία της χώρας δεν είχαν την απαιτούμενη χωρική ακρίβεια και λεπτομέρεια στις θέσεις των μνημείων, ενώ οι πληροφορίες που υπήρχαν δεν ήταν άμεσα εξαγώγιμες και οι λίστες δεν ήταν ενημερωμένες. Αναγκάστηκαν λοιπόν να κάνουν όλη τη δουλειά από την αρχή, να καταγράψουν τα μνημεία του «Οδυσσέα» του ΥΠΠΟ, να αναζητήσουν τρίτες πηγές δεδομένων, όπως το Αρχείο Παραδοσιακών Οικισμών και διατηρητέων κτιρίων και τον Διαρκή Κατάλογο Κηρυγμένων Αρχαιολογικών Χώρων, να συμπληρώσουν τις πληροφορίες που έλειπαν και να ελέγξουν τυχόν διπλοεγγραφές. Στο τέλος συγκέντρωσαν και οργάνωσαν μια γεωγραφική βάση δεδομένων με 3.000 μνημεία και μουσεία με χωρικές και περιγραφικές πληροφορίες, που για την ώρα μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί την πληρέστερη σχετική βάση στη χώρα.

*Η παρουσίαση του προγράμματος «Ασπίδα» θα γίνει στο συνέδριο «Διαχείριση καταστροφών σε πολιτιστικά ιδρύματα» του Πολιτιστικού Ιδρύματος Ομίλου Πειραιώς, 11-12 Σεπτεμβρίου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ