ΘΕΑΤΡΟ

Τραγωδία σε ραπ αφήγηση

ΑΝΝΥ ΚΟΛΤΣΙΔΟΠΟΥΛΟΥ

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Ατοσσα στους «Πέρσες» του Αισχύλου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Πέρσες
σκηνοθ.: Αρης Μπινιάρης
θέατρο: ΘΟΚ (Ηρώδειο)

Μπαίνοντας, αντικρίζω την πολύχρωμη ταπετσαρία από κεφάλια θεατών έως ψηλά, στο ηλεκτρολογείο του υπερπλήρους Ωδείου. Δεν πέφτει καρφίτσα. Πέφτει το εναρκτήριο, ελεγχόμενο χτύπημα του τυμπανιστή προαναγγέλλοντας τελετουργική διάθεση.

Ο χορός μαζεύεται σιγά σιγά στη σκηνή. Τον αποτελούν νέοι, μικρόσωμοι στην πλειονότητά τους άνδρες, που περπατούν με λυγισμένα γόνατα ίσως γιατί πρέπει να είναι οι γέροι που έχουν μείνει να φυλάνε το παλάτι και τα Σούσα, ίσως γιατί τα γόνατά τους είναι κομμένα από εναγώνια αναμονή. Καθυστερούν οι ειδήσεις από την κατακτητική εκστρατεία του νεαρού και παράτολμου βασιλιά Ξέρξη στην Ελλάδα, για να συντρίψει επιτέλους αυτούς τους ελάχιστους Ελληνες που τολμούν να νικάνε στις μάχες τους περίλαμπρους Πέρσες. Ο λόγος του χορού, που φοράει μικρόφωνα-ψείρες, ρυθμικός (μετρική διδασκαλία Θεόδωρου Στεφανόπουλου!) αλλά δυσνόητος. Βηματισμός, γλώσσα σωμάτων και κινήσεων άλλοτε «διηγούμενα», άλλοτε όχι. Περιμένω μάταια να δω μέσα στην ιδιαίτερη πανκ-ροκ-ραπ λογική την ανησυχία να εξελίσσεται βήμα βήμα σε τραγωδία πληγώνοντας κάθε τόσο την ηρωική και αλαζονική εξύμνηση του μεγαλείου των Περσών.

Ξεχωρίζω ανάμεσα στον χορό τον εξαιρετικό στο είδος του Αρη Μπινιάρη («Το Θείο τραγί», «Το 21»), μουσικορυθμικό εμψυχωτή και σκηνοθέτη της παράστασης και παρατηρώ πως ακολουθούν πιστά κινήσεις, ύφος και ρυθμούς μόνο που δεν τα νιώθουν όλοι και μοιάζουν συχνά να κάνουν ασκήσεις. Η Ατοσσα (Καρυοφυλλιά Καραμπέτη) βγαίνει απ’ το παλάτι σφιγμένη, κρατώντας αποστάσεις από τους γέροντες εξιστορώντας το όνειρο που είδε και τη γέμισε με άσχημα προαισθήματα. Πάντως τέτοια, που δεν τα μεταφράζει υποκριτικά σε αισθήματα (ίσως επειδή ως βασίλισσα, χήρα του Δαρείου και μάνα του Ξέρξη δεν επιτρέπεται να τα εκδηλώνει). Μαθαίνουμε από τα, συχνά ψιθυριστά της, λόγια (υπερβολική εμπιστοσύνη στη ψείρα-μικρόφωνο;) για τα φίδια που τη ζώνουν μέχρι που εμφανίζεται αυτός, που κάθε θεατρόφιλος περιμένει: ο άγγελος. Εχει κάνει τον δρόμο Σαλαμίνα-Σούσα και φτάνει ξέπνοος, για να καταθέσει στα τρεμάμενα πόδια της βασίλισσας και στα λυγισμένα από αγωνία και γηρατειά του χορού, τη μνημειώδη αγγελική ρήση, «το καλύτερο κείμενο Αγγελου αρχαίας τραγωδίας» και του παγκόσμιου θεάτρου, εν γένει. Σαλαμίνα-Σούσα, με την ίδια κόμμωση-κοκοράκι σε ξυρισμένο το υπόλοιπο κρανίο, άψογα διατηρημένη παρά το αγωνιώδες τρεχαλητό, τις κακουχίες και τους φριχτούς εφιάλτες από την περσική πανωλεθρία της Σαλαμίνας.

Τώρα, γιατί εγώ έμεινα στην κόμμωση και δεν με συνεπήρε το συνταραχτικό κείμενο του Αισχύλου (στην αγέραστη μετάφραση του Παναγιώτη Μουλλά), η φοβερή αφήγηση, η ένταση, το ρίγος, η μοναδική ισορροπία μορφής και περιεχομένου που όφειλε να βγαίνει, έστω μέσω μικροφώνου, από στόμα, ανάσα, σώμα, έκφραση, χειρονομίες, κίνηση του δύστυχου αγγελιοφόρου, φοβάμαι πως ξέρω την απάντηση: όπως και οι υπόλοιποι ρόλοι, Δαρείος (Νίκος Ψαρράς) και Ξέρξης (Αντώνης Μυριαγκός) κλήθηκε να παίξει και ο Χάρης Χαραλάμπους εξωτερικά, σχηματικά με την απόσταση από το κείμενο που συνηθίζει η ραπ αφήγηση και φιλοσοφία. Είτε υπακούει στον χαρακτηριστικό ρυθμό είτε όχι.

Αυτής της απόστασης και ιδιαίτερης υποκριτικής λογικής έπεσε θύμα και η Ατοσσα, ιδίως στη μακρόσυρτη, μονόχορδη επίκληση στον Δαρείο. Αποκλείεται αυτός να επέστρεψε επειδή συγκλονίστηκε από την Ατοσσα-«ξεμαλλιάρα Φρυγία» που (με θαυμαστή, ομολογουμένως, τεχνική, αντοχή και αρτιότητα) γύριζε με το κεφάλι ώς το πάτωμα τα μαλλιά της γύρω γύρω, ούτε βέβαια από τις ατέρμονες, Δερβισοειδείς περιστροφές της στη διάρκεια παραμονής του φαντάσματος, ενώ κατά τ’ άλλα παρέμενε δήθεν σε τρανς (;) τελείως αμέτοχη και υποκριτικά παγωμένη.

Γιατί αυτή η τόσο στέρεα και πολύπλευρη σκηνική παρουσία, η τραγωδός και θεατρίνα έπρεπε να αναλωθεί σε ρόλο περπέτουουμ μόμπιλε δίχως αισθήσεις; Γιατί να θυμίζει τις κουρδιστές, περιστρεφόμενες κούκλες που έφερναν οι ναυτικοί στα σπίτια τους τη δεκαετία του ’50;

Και γιατί να θυμόμαστε την «ερμηνεία» της μόνο για τη θηριώδη σωματική της αντοχή και για την απίστευτη τεχνική της; Η ρυθμική παράσταση, ενθουσιάζοντας από παρεξήγηση εθνικο-πατριωτικά («Ιτε, παίδες Ελλήνων») το κοινό, καταχειροκροτήθηκε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ