ΒΙΒΛΙΟ

Ποιητική πολυφωνία με τη γραφίδα του Ασμπερι

ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ

Ο Τζον Ασμπερι έκλεισε τα ενενήντα το καλοκαίρι που μόλις πέρασε και πέθανε πριν από λίγες ημέρες. Με 28 συλλογές στο ενεργητικό του, πλήθος μεταφράσεων και δοκιμίων και έχοντας αποσπάσει όλα τα βραβεία και τις κορυφαίες διακρίσεις της χώρας του, δικαίως θεωρείται ο πιο σημαντικός Αμερικανός ποιητής της μεταπολεμικής περιόδου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

O Tζον Ασμπερι, που πέθανε πριν από λίγες ημέρες, είχε κλείσει φέτος το καλοκαίρι τα ενενήντα. Με είκοσι οκτώ συλλογές στο ενεργητικό του, πλήθος μεταφράσεων και δοκιμίων και έχοντας αποσπάσει όλα τα βραβεία και τις κορυφαίες διακρίσεις της χώρας του, δικαίως θεωρείται ο πιο σημαντικός Αμερικανός ποιητής της μεταπολεμικής περιόδου και μία από τις εξέχουσες ποιητικές φωνές του καιρού μας.

Γεννημένος στο Ρότσεστερ της Νέας Υόρκης το 1927, άρχισε να γράφει ποίηση όντας φοιτητής στο Χάρβαρντ, όπου σπούδασε Αγγλική Φιλολογία. Αργότερα, κατά τη διάρκεια των μεταπτυχιακών του σπουδών, έκανε μια δυναμική είσοδο στη μεταπολεμική καλλιτεχνική σκηνή της Νέας Υόρκης πλάι στους ζωγράφους Βίλεμ ντε Κούνινγκ και Τζάσπερ Τζονς και τους ποιητές Φρανκ Ο’ Χάρα και Κένεθ Κόουκ, ιδρύοντας μαζί τους τη λεγόμενη «Σχολή της Νέας Υόρκης», της οποίας θεωρήθηκε από τότε ο σημαντικότερος εκπρόσωπος. Μια υποτροφία του Ιδρύματος Φουλμπράιτ (1955-1957) του επέτρεψε να μετοικήσει στο Παρίσι, όπου και εγκαταστάθηκε για τα επόμενα δέκα χρόνια, δουλεύοντας ως ποιητής και μεταφραστής και γράφοντας εικαστική κριτική για τη γαλλική έκδοση της εφημερίδας The New York Herald Tribune και για τα περιοδικά Art International και ArtNews.

Ο Ασμπερι προκάλεσε το ενδιαφέρον της κριτικής με τη δημοσίευση της δεύτερης ποιητικής του συλλογής «Some Trees», η οποία βραβεύθηκε στον διαγωνισμό του Πανεπιστημίου του Γέιλ το 1956, μάλιστα ήταν ο Οντεν, ως πρόεδρος της κριτικής επιτροπής, που του επέδωσε το βραβείο και προλόγισε το βιβλίο. Ενώ βρισκόταν στο Παρίσι, ο Ασμπερι εξέδωσε την πιο αμφιλεγόμενη, ίσως, ποιητική του συλλογή, «The Tennis Court Oath» (1962), όπου πραγματεύεται τη ρευστότητα της γλώσσας με ασύνδετες συνθέσεις που θυμίζουν σουρεαλιστικές εικαστικές συλλήψεις. Επιστρέφοντας στην Αμερική, το 1965, μετά τον θάνατο του πατέρα του, δημοσίευσε τη συλλογή «Rivers and Mountains» (1966), ένα μεταβατικό έργο που εισάγει στην ανανεωτική ποίηση της ωριμότητάς του, όπως αυτή αναδεικνύεται ιδιαίτερα στο ποίημα «Κλεψύδρα». Το «εγώ» που μιλά στο «εσύ» στο ποίημα, με τις συνεχείς παρεκβάσεις του «αυτός» (ένα από τα θεμελιώδη τεχνάσματα του Ασμπερι), συνθέτει μια πολυφωνία που προσπαθεί να αποτυπώσει τη συνεχώς μεταβαλλόμενη ροή της σκέψης.

Το «Self-Portrait in a Convex Mirror» (1975, «Αυτοπροσωπογραφία σε κυρτό κάτοπτρο»), που απέσπασε το βραβείο Πούλιτζερ, το Κρατικό Βραβείο, και το Βραβείο της Κριτικής (γεγονός χωρίς προηγούμενο στα αμερικανικά γράμματα), αποτελεί ίσως το σημαντικότερο και τολμηρότερο –ως προς τους πειραματισμούς του– επίτευγμα του Ασμπερι. Αν η ποίηση, όπως τη συνέλαβε ο Αυγουστίνος, είναι το «κάτοπτρο», το «speculum του κόσμου», ο Ασμπερι διαλέγει ένα κυρτό κάτοπτρο για να μιλήσει για τη στρεβλή, παραμορφωμένη εικόνα του σημερινού κόσμου.

Την αφορμή τού την προσφέρει το εγχείρημα του Ιταλού ζωγράφου της Αναγέννησης Φραντσέσκο Παρμιτζανίνο να ζωγραφίσει το πορτρέτο του, με σκηνικό του εργαστήριό του, «κοιτάζοντας για τον σκοπό αυτό τον εαυτό του σ’ ένα κυρτό κάτοπτρο». Ο Μπλουμ έχει χαρακτηρίσει τη συγκεκριμένη σύνθεση την «Ερημη Χώρα» της μεταμοντέρνας ποίησης.

Η «Λιτανεία», ποίημα που εκτείνεται σε 90 σχεδόν σελίδες, από τη συλλογή «As We Know» (1979), εξερευνά ακόμη περισσότερο τη σχέση πραγματικότητας και γλώσσας. Γραμμένο σε δύο στήλες, προκειμένου να διαβαστεί «σαν δύο ταυτόχρονοι αλλά ανεξάρτητοι μονόλογοι», σκοπίμως δοκιμάζει την αντοχή του αναγνώστη που έχει την τάση να προσλάβει όλα τα μηνύματα της γλώσσας ταυτόχρονα: είναι ένα ακόμη ποιητικό πείραμα πάνω στο θέμα της ροής και της συγχρονίας. Οι συλλογές που θα ακολουθήσουν, από το «A Wave» (1984) και το «Girls on the Run» (1999) έως τις πιο πρόσφατες «Breezeway» (2015) και «Commotion of the Birds» (2016), φανερώνουν ανάλογες προσπάθειες του Ασμπερι να αναμετρηθεί με την «ασταθή φύση» της γλώσσας και να διευρύνει με κάθε τρόπο τα όριά της.

Ο Μπάιρον, το σχόλιο και ο χούλιγκαν

Τις μέρες που ο Ασμπερι βρισκόταν στην Αθήνα αποφασίσαμε να πάμε εκδρομή στο Σούνιο. Είχε έρθει μαζί με τον στενό του φίλο Κένεθ Κόουκ, (σπουδαίος ποιητής και αυτός και μέλος της περιβόητης «Σχολής της Νέας Υόρκης») και τον σύντροφό του Ντέιβιντ Κερμάνι. Οταν φτάσαμε στον Ναό του Ποσειδώνα, ο Ασμπερι πρόσεξε πως ο Μπάιρον είχε σκαλίσει με κάποιο αιχμηρό αντικείμενο το όνομά του σε μία από τις κολώνες που ήταν πεσμένες στη γη. Γυρνώντας προς το μέρος μας και με το γνωστό υποδόριο χιούμορ του, αναφώνησε: «Να ποιος ήταν ο πρώτος χούλιγκαν στην Ιστορία της Ευρώπης!». Επειδή έκανε αφόρητη ζέστη καταλήξαμε πολύ γρήγορα στο καφενείο κάτω από τον ναό, όπου η συζήτηση γρήγορα πέρασε στην ποίηση. Τον ρώτησα ποιους Ελληνες ποιητές έχει διαβάσει και ποιοι τον συγκινούν. «Διαβάζω από φοιτητής τον Καβάφη. Ο τόνος της φωνής του μου είναι πολύ οικείος, όπως και κάποια από τα θέματά του. Η γλώσσα του –τουλάχιστον όπως την έχουν μεταφέρει στα Αγγλικά– είναι φυσική, δεν έχει τίποτα το ακραίο ή εξεζητημένο. Και φοράει με άνεση πολλές μάσκες – από εκείνη του αυτοκράτορα ώς του υπηρέτη. Μου αρέσουν επίσης τα «Τρία κρυφά ποιήματα» του Σεφέρη και μερικά με μυθολογικό περιεχόμενο. Με εντυπωσίασαν τα ερωτικά του Ρίτσου, όμως όσα άλλα δικά του έχω διαβάσει με απωθούν. Φτηνή προπαγάνδα. Μάλλον θα ήταν μονόφθαλμος για να μη βλέπει τι έκανε η Ιστορία με το αριστερό της χέρι». «Και ο Ελύτης ρώτησα;». «Δεν μου πάει καθόλου. Μιλάει πολύ δυνατά, φωνάζει για την ακρίβεια –δυστυχώς από μικρός έχω πολύ ευαίσθητα αυτιά– και έχει διαρκώς το δάχτυλο υψωμένο. Λες και είναι ο προφήτης Ησαΐας. Οπως και ο Πάουντ εξάλλου, τον οποίο επίσης αντιπαθώ. Ενας Μπλέικ μας φτάνει και μας περισσεύει!». Και από τους αγγλόφωνους ποιητές, συνέχισα εγώ: «Ο Ελιοτ, όταν δεν ποζάρει ως Αγγλος Λόρδος, ο Οντεν ασφαλώς, ο Στίβενς, ο Μπέριμαν... και φυσικά ο Κένεθ! Χωρίς αυτόν δεν μπορώ να κάνω το παραμικρό!».

Δύσκολος στην ανάγνωση, γιατί αγωνιά για τη ζωή

Αν πρέπει κανείς να συνοψίσει σε ένα μόνο χαρακτηριστικό την ποίηση του Ασμπερι, θα έλεγε πως αυτό είναι η δυσκολία· δυσκολία να διαβαστεί, να κατανοηθεί, κάποτε ακόμη και να αρέσει. Ομως η δυσκολία διαφέρει από εκείνη που συναντάμε σε ποιήματα άλλων σημαντικών ποιητών.

Η ποίησή του αντιστέκεται στην εύκολη ανάγνωση, όχι επειδή βασίζεται σ’ ένα ερμητικό μυθολογικό εποικοδόμημα (Μπλέικ), ούτε γιατί περιέχει σκοτεινές αναφορές σε άγνωστες λογοτεχνίες και πολιτισμούς (Πάουντ), αλλά ακριβώς γιατί δεν διαθέτει τίποτε απ’ όλα αυτά.

Είναι δύσκολη γιατί κοινωνεί, μ’ έναν αφοπλιστικά απροσποίητο τρόπο, το άγχος της παρούσας ανθρώπινης συνθήκης: την προσπάθεια να υπάρξουμε σ’ έναν αποσπασματικό, εικονικό, μη αυθεντικό κόσμο.

Η εμπειρία της εμπειρίας

Οσο ανοιχτός στη σύγχρονη εμπειρία κι αν είναι, όσο και αν συμπορεύεται με την παρούσα στιγμή, ο Ασμπερι φαίνεται να αγωνιά, να πασχίζει σχεδόν απελπισμένα να μεταφέρει αυτή τη ζωή στο χαρτί.

Μας λέει πάλι και πάλι πόσο δύσκολο είναι να διασώσει κανείς την εμπειρία, ξεδιπλώνοντας ένα «εσωτερικό περιβάλλον», μέσα στο οποίο το «εξωτερικό γεγονός» παλεύει να βρει μια θέση. Εξ ου και τα περισσότερα ποιήματά του αφορούν, όπως ο ίδιος έχει πει, «την εμπειρία της εμπειρίας, τον τρόπο που αυτή φιλτράρεται μέσα του».

Υπάρχει μια παρατήρηση του Τζόνσον για τον Μίλτον που πιστεύω ισχύει για τον Ασμπερι: «Μπορεί να τέρψει όταν η τέρψη είναι το ζητούμενο, αλλά η ξεχωριστή του δύναμη είναι να εκπλήσσει».

Κλείνει με Κιτς

Δεν θεωρώ τυχαίο ότι το τελευταίο ποίημα της τελευταίας συλλογής του Ασμπερι κλείνει με τον γνωστό στίχο του Κιτς από την «Ωδή σ’ ένα αηδόνι» («Do I wake or sleep?»), αφού η ποίησή του εκπλήσσει με τον εκλεπτυσμένο και φυσικό εκείνο τρόπο που θα ήθελε ο ρομαντικός ποιητής: «Οδηγώντας τον αναγνώστη με σεμνή μεγαλοπρέπεια στην πολυτέλεια του λυκόφωτος».

Οσο για το ερώτημα που θέτει ο Ασμπερι, η απάντηση δυστυχώς είναι πως πλέον «he is asleep», αλλά η ποίησή του είναι και θα παραμείνει «very much awake»!

​​Από τις εκδ. Νεφέλη κυκλοφορεί η μετάφρασή του της «Αυτοπροσωπογραφίας σε κυρτό κάτοπτρο».

Τόσο το καλύτερο

Απόσπασμα

Μετά βίας ανεκτοί, ζώντας στο περιθώριο,
Μέσα στην τεχνολογική μας κοινωνία, να πρέπει πάντα να μας σώζουν
Στο χείλος της καταστροφής, σαν ηρωίδες από το Orlando Furioso
Προτού φτάσει η στιγμή να ξεκινήσουμε από την αρχή και πάλι.
Θ’ ακούγονταν βροντές στους θάμνους, κροτάλισμα ερπετών,
Και η Αντζέλικα, στον πίνακα του Ingres, θα περιεργαζόταν
Το πολύχρωμο αλλά μικρό τέρας πλάι στο πόδι της, σαν να αναρωτιόταν
Αν το να ξεχάσει το όλο συμβάν δεν είναι τελικά η μόνη λύση.
Και ύστερα ερχόταν πάντα η στιγμή που
Ο Χαρούμενος Χούλιγκαν με το σκουριασμένο πράσινο αμάξι του
Κατηφόριζε τον δρόμο, απλώς για να βεβαιωθεί ότι όλα ήταν εντάξει
Μόνο που τότε πια βρισκόμασταν σε άλλο κεφάλαιο και σε πλήρη σύγχυση
Σχετικά με το πώς να εκλάβουμε αυτή την τελευταία πληροφορία.
Ηταν όμως πληροφορία; Ή μήπως κάτι που υποδυόμασταν
Προς όφελος κάποιου άλλου, σκέψεις σ’ ένα μυαλό
Τόσο ευρύχωρο που μπορεί να φιλοξενήσει ακόμη και τα μικρά μας προβλήματα  (έτσι είχαν αρχίσει να φαίνονται)
Τα καθημερινά μας διλήμματα για το φαγητό και το νοίκι και τους λογαριασμούς που πρέπει να πληρωθούν;
Να τα αναγάγουμε όλα αυτά σε μια μικρή παραλλαγή,
Ν’ αποτινάξουμε τα δεσμά μας επιτέλους, μικροσκοπικοί στο γιγάντιο υψίπεδο -
Αυτή ήταν η φιλοδοξία μας: να είμαστε ασήμαντοι και ξένοιαστοι και ελεύθεροι.
Αλίμονο, η ενέργεια του καλοκαιριού φθίνει γρήγορα,
Μια στιγμή και χάνεται. Και δεν μπορούμε πια
Να κάνουμε τους απαραίτητους διακανονισμούς, όσο απλοί και αν είναι.
Το αστέρι μας ήταν πιο λαμπερό όταν είχε νερό μέσα του.
Τώρα το θέμα δεν είναι καν αυτό, αλλά το
Να γαντζωθούμε στη σκληρή γη ώστε να μη βρεθούμε στο κενό,
Με τη βοήθεια ενός περιστασιακού ονείρου, ενός οράματος:
Ενας κοκκινολαίμης πετάει προς την πάνω γωνιά του παραθύρου,
Χτενίζεις τα μαλλιά σου προς τα πίσω και δεν μπορείς να δεις καθαρά,
Ή κάποια πληγή αστράφτει
Στα γλυκά πρόσωπα των άλλων, κάτι σαν:
Αφού αυτό ήθελες ν’ ακούσεις, τότε γιατί
Σκέφτηκες ότι θ’ ακούσεις κάτι άλλο; Είμαστε όλοι φλύαροι
Είναι αλήθεια, όμως κάτω από τα λόγια κρύβεται
Η συγκίνηση και η απροθυμία να συγκινηθούμε, το χαλαρό
Νόημα, ακατάστατο και απλό σαν πέτρινο αλώνι.

The Double Dream of Spring, 1970
μτφρ. Χάρης Βλαβιανός

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ