ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ανεξέλεγκτες τράπεζες, μεγάλοι κίνδυνοι

THE NEW YORK TIMES

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΛΥΣΗ

Από τις πλέον τρομακτικές πτυχές της χρηματοπιστωτικής κρίσης ήταν το ότι όσο αδίστακτες και τυχοδιωκτικές κι αν ήταν οι πρακτικές τους, οι τράπεζες είχαν αναπτυχθεί τόσο και ήσαν τόσο αλληλεξαρτώμενες, ώστε αναγκάστηκε η κυβέρνηση των ΗΠΑ να τις διασώσει για να αποτρέψει την κατάρρευση της οικονομίας. Τα πακέτα διάσωσης των τραπεζών, στα οποία συμπεριλαμβάνονταν δισεκατομμύρια δολάρια για τα μπόνους των στελεχών υπεύθυνων για το φιάσκο, εξόργισαν την κοινή γνώμη και προσέφεραν επιχειρήματα στους λαϊκιστές τόσο της Δεξιάς όσο και της Αριστεράς.

Το 2010, προκειμένου να περιορίσει τους κινδύνους που εγκυμονούσαν όσα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα θεωρήθηκαν υπερβολικά μεγάλα για να αφεθούν να καταρρεύσουν, το Κογκρέσο ψήφισε το νομοσχέδιο Ντοντ-Φρανκ για την εποπτεία του χρηματοπιστωτικού τομέα. Εκτοτε, όμως, οι μισθοί έχουν μείνει στάσιμοι και τα θύματα των τυχοδιωκτικών τραπεζών εξακολουθούν να αγωνίζονται, αλλά οι μεγάλες επιχειρήσεις της Wall Street απαιτούν την ανάκληση του νόμου Ντοντ-Φρανκ. Η κυβέρνηση Τραμπ έχει καταστήσει σαφές πως συντάσσεται με το μέρος αυτών των επιχειρήσεων, ότι δεν χρειάζεται να ανησυχεί η Wall Street για τις προβλέψεις του νόμου Ντοντ-Φρανκ και πως μπορούμε να αγνοούμε τα διδάγματα της χρηματοπιστωτικής κρίσης.

Το υπουργείο Οικονομικών αναμένεται να δώσει στη δημοσιότητα τη δεύτερη μιας σειράς αναφορών του για τον νόμο Ντοντ-Φρανκ. Η πρώτη ζητούσε να χαλαρώσουν οι περιορισμοί στις τράπεζες και στους διαπραγματευτές τους και να ανακληθεί η υποχρέωσή τους να διατηρούν συγκεκριμένο ύψος κεφαλαίων ώστε να μπορούν να απορροφήσουν τυχόν ζημίες. Η επόμενη αναφορά του υπουργείου αναμένεται να προτείνει να χαλαρώσουν οι ρυθμίσεις για όσες εταιρείες του χρηματοπιστωτικού τομέα δεν είναι τράπεζες και να μην έχει τη δυνατότητα η κυβέρνηση να καθορίζει ποιες ασφαλιστικές, θυγατρικές χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, ή άλλες εταιρείες είναι υπερβολικά μεγάλες για να αφεθούν να καταρρεύσουν. Οταν χαρακτηριστεί έτσι μια εταιρεία, υπόκειται σε πρόσθετους κανόνες και σε αυστηρότερες απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας.

Η ανάκληση αυτών των ρυθμίσεων θα είναι εθελοτυφλία στα διδάγματα της πρόσφατης ιστορίας. Οταν εκδηλώθηκε η κρίση, οι εταιρείες του χρηματοπιστωτικού τομέα που δεν είναι τράπεζες αποδείχθηκαν εξίσου ασταθείς όσο και οι τράπεζες. Για να επιβιώσουν μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers, οι άλλοι μεγάλοι επενδυτικοί οίκοι της Wall Street μετατράπηκαν σε τράπεζες που είχαν την εγγύηση του αμερικανικού κράτους και ευεργετήθηκαν έτσι από τα πακέτα στήριξης και τα φτηνά δάνεια της Fed. Χρειάστηκαν 182 δισ. δολάρια για να σωθεί η ασφαλιστική AIG και 139 δισ. δολάρια για να σωθεί η GE Capital.

Οι αναφορές του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών για τον νόμο Ντοντ-Φρανκ δεν αλλάζουν από μόνες τους το ρυθμιστικό πλαίσιο. Διαμηνύουν, όμως, στη Wall Street ότι η κυβέρνηση εναντιώνεται στις αυστηρές ρυθμίσεις και στην αυστηρή εποπτεία, κάτι που άλλωστε προδίδει η επιλογή του Ντόναλντ Τραμπ να διορίσει στελέχη της Wall Street επικεφαλής διαφόρων εποπτικών αρχών. Εν ολίγοις κάνει ένα νεύμα προς τις επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα ότι μπορούν να σχηματίσουν εκ νέου τις ανίερες συμμαχίες τους με τις σχέσεις αλληλεξάρτησης μέσω δανεισμού, παραγώγων και άλλων συναλλαγών και να μεταδώσουν τους κινδύνους σε όλο το χρηματοπιστωτικό σύστημα, καθώς οι ρυθμιστικές αρχές θα κοιτάνε από την άλλη πλευρά.

Οσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος τόσο μεγαλύτερα θα είναι τα πιθανά κέρδη για τα στελέχη των τραπεζών και τους διαπραγματευτές. Για όλους τους άλλους αυξάνονται οι οικονομικοί κίνδυνοι, συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων να χάσουν τις θέσεις εργασίας τους, τους μισθούς τους, τις αποταμιεύσεις τους, την αξία της κατοικίας και τις επαγγελματικές τους προοπτικές.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ