ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΣΥΡΙΖΑ, άρχισε η μάχη για τα ψηφοδέλτια

ΔΩΡΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

Στην Κουμουνδούρου θεωρούν ότι στις αυτοδιοικητικές εκλογές πρέπει να στηριχθούν υποψήφιοι από τον ευρύτερο προοδευτικό χώρο που χαίρουν αναγνώρισης και εκτίμησης στις τοπικές κοινωνίες.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Εφη Αχτσιόγλου, Ράνια Αντωνοπούλου, Ρένα Δούρου, Δημήτρης Τζανακόπουλος, Δημήτρης Λιάκος, Γιώργος Χουλιαράκης, Αλέξανδρος Χαρίτσης, Γιώργος Βασιλειάδης, Στέργιος Πιτσιόρλας. Τι κοινό έχουν όλοι αυτοί; Είναι εξωκοινοβουλευτικοί και πλην της περιφερειάρχου Αττικής, Ρένας Δούρου, είναι κυβερνητικά στελέχη. Και φιλοδοξούν να βρεθούν στην επόμενη Βουλή.

Η κυβέρνηση και ο Αλέξης Τσίπρας προσωπικά επιμένουν σταθερά ότι οι εκλογές θα γίνουν στο πέρας της τετραετίας. Ωστόσο, καθώς όλοι γνωρίζουν ότι οι εκλογές δεν προαναγγέλλονται αλλά και ότι ο πρωθυπουργός διατηρεί την επιλογή να τις προκηρύξει ανά πάσα στιγμή, όταν αξιολογήσει ότι η συγκυρία είναι η πλέον κατάλληλη ή ότι η αναμονή μπορεί μόνο να επιδεινώσει τις προοπτικές, στον ΣΥΡΙΖΑ η κινητικότητα, οι ζυμώσεις και οι βολιδοσκοπήσεις έχουν ήδη αρχίσει. Και η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αρκετά περίπλοκη και προκαλεί προβληματισμό στα στελέχη εκείνα που γίνονται δέκτες της κινητικότητας αυτής. Δύο είναι τα στοιχεία που καθιστούν το πλαίσιο περίπλοκο και υπόσχονται μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνέχεια: το γεγονός ότι στην κυβέρνηση συμμετέχουν αρκετά εξωκοινοβουλευτικά στελέχη και η ισχυρή πιθανότητα ο ΣΥΡΙΖΑ να είναι δεύτερο κόμμα και, με βάση τον ισχύοντα εκλογικό νόμο, να βρεθεί στην επόμενη Βουλή με σημαντικά μικρότερο αριθμό βουλευτών. Οι περισσότεροι από τους εξωκοινοβουλευτικούς υπουργούς επιθυμούν να συμπεριληφθούν στις λίστες υποψηφίων της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης. Για πολλούς από αυτούς, η κάθοδός τους στις εκλογές είναι και επιθυμία του κ. Τσίπρα, ο οποίος ασφαλώς και θέλει να έχει μια κοινοβουλευτική ομάδα όσο το δυνατόν πιο έμπειρη αλλά και πιο κοντά στον ίδιο, περιορίζοντας την εκπροσώπηση των εσωκομματικών ομαδοποιήσεων. Επιπλέον, τα κυβερνητικά στελέχη, ως περισσότερο προβεβλημένα, έχουν διαφορετική δυναμική σε μια εκλογική αναμέτρηση και μπορούν να βελτιώσουν τη συνολική εκλογική επίδοση του κόμματος.

Παράλληλα, έχει καταστεί περισσότερο από σαφές προς το κόμμα ότι ο πρωθυπουργός επιθυμεί στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση να υπάρξει ανανέωση. Να «αποστρατευθούν» βουλευτές και στελέχη μιας κάποιας ηλικίας και, ταυτόχρονα, να εμπλουτισθούν οι συνδυασμοί με νεότερα στελέχη που ο ίδιος ανέδειξε και που στελεχώνουν σήμερα το στενό επιτελείο του. Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται ο Δημήτρης Τζανακόπουλος, ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ Δημήτρης Λιάκος, ο γραμματέας του υπουργικού συμβουλίου Μιχάλης Καλογήρου, ο υφυπουργός Αθλητισμού Γιώργος Βασιλειάδης. Εκτιμάται, μάλιστα, ότι σε έναν αναμενόμενο ανασχηματισμό της κυβέρνησης, ο κ. Τσίπρας θα υπουργοποιήσει μερικά ακόμη στελέχη του άμεσου περιβάλλοντός του, ακριβώς με το σκεπτικό να τους δώσει προβάδισμα στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση, οπότε η λίστα θα μεγαλώσει περισσότερο.

Το μήλον της Εριδος

Και κάπου εδώ αρχίζουν τα προβλήματα. Από τις πρώτες βολιδοσκοπήσεις που έχουν γίνει καταγράφεται υπερσυγκέντρωση ενδιαφέροντος για τη Β΄ Αθηνών. Οι περισσότεροι εν δυνάμει υποψήφιοι διεκδικούν μια θέση στο ψηφοδέλτιο της μεγαλύτερης εκλογικής περιφέρειας της χώρας, θεωρώντας ότι εκεί οι πιθανότητές τους να εκλεγούν είναι καλύτερες. Στον ΣΥΡΙΖΑ πιστεύουν, ούτως ή άλλως, ότι στη Β΄ Αθηνών οι απώλειές τους δεν είναι τόσο μεγάλες όσο σε άλλες περιοχές της χώρας, καθώς εκεί συγκεντρώνονται αρκετές λαϊκές συνοικίες, στις οποίες θεωρούν ότι εξακολουθούν να διαθέτουν σημαντική διείσδυση. Ωστόσο, οι υποψήφιοι της Β΄ Αθηνών στις προηγούμενες εκλογές δεν βλέπουν με καλό μάτι την προοπτική να υπάρξουν νέες προσθήκες στο ψηφοδέλτιο και μάλιστα να ενταχθούν σε αυτό ονόματα με «προίκα» τη συμμετοχή στην κυβέρνηση. Ο ανταγωνισμός μεγαλώνει. Πολύ περισσότερο δε, που, όπως παρατηρεί έμπειρο στέλεχος, «στις τελευταίες εκλογές εκλέξαμε στη Β΄ Αθηνών 16 βουλευτές και εφόσον δεν κερδίσουμε τις επόμενες, ο αριθμός αυτός θα είναι αρκετά μικρότερος».

Πέραν των εξωκοινοβουλευτικών υπουργών, ζήτημα υπάρχει και με μια σειρά από υπουργούς που είναι σήμερα στη Βουλή. Για παράδειγμα, ο υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Κοτζιάς, ο οποίος εξελέγη ως βουλευτής Επικρατείας. Στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ ήδη διαμηνύεται από πολλές πλευρές ότι αυτό δεν μπορεί να επαναληφθεί, θεωρείται ωστόσο βέβαιο ότι ο ίδιος θα πιέσει σε αυτή την κατεύθυνση. Διαφορετική είναι η περίπτωση του αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών, Γιώργου Κατρούγκαλου, ο οποίος στις προηγούμενες εκλογές εξελέγη με άνεση στη Μεσσηνία, αλλά, μετά και τις παρεμβάσεις στο ασφαλιστικό, θα αισθανόταν περισσότερο ασφαλής σε μια μεγαλύτερη περιφέρεια.

Ερώτημα παραμένει το πώς θα κινηθεί η περιφερειάρχης Αττικής, Ρένα Δούρου, σε σχέση και με τον χρόνο διενέργειας εθνικών εκλογών. Κομματικά στελέχη εκτιμούν ότι εφόσον οι εθνικές εκλογές προηγηθούν των αυτοδιοικητικών, η κ. Δούρου θα επιδιώξει να είναι υποψήφια. Πολλοί, μάλιστα, στον ΣΥΡΙΖΑ θεωρούν ότι η ίδια θα επιθυμούσε ήδη να έχει μετακινηθεί από την Περιφέρεια σε κάποιο κυβερνητικό πόστο, παρά τις περί του αντιθέτου δικές της διαβεβαιώσεις. Πληροφορίες αναφέρουν ότι αμέσως μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015 είχε γίνει συζήτηση για ένταξή της στην κυβέρνηση. Ωστόσο, της ζητήθηκε να παραμείνει στην Περιφέρεια, καθώς εάν έφευγε υπήρχε ο κίνδυνος να υπερισχύσουν εκεί στελέχη προσκείμενα στη Λαϊκή Ενότητα του Παναγιώτη Λαφαζάνη.

Στην Τοπική Αυτοδιοίκηση

Εκτός από τα ψηφοδέλτια για τις εθνικές εκλογές, στον ΣΥΡΙΖΑ έχει ανοίξει η συζήτηση και για την επιλογή υποψηφίων για τις εκλογές στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Ο μεγαλύτερος «πονοκέφαλος» της Κουμουνδούρου είναι κομματικά στελέχη που επί σειρά ετών είναι υποψήφιοι στις αυτοδιοικητικές εκλογές χωρίς επιτυχία, αλλά θεωρούν ότι εθιμικά έχουν το δικαίωμα να είναι εκ νέου υποψήφιοι. Οτι, δηλαδή, υπηρέτησαν το κόμμα στα «πέτρινα χρόνια» του 3% και τώρα το κόμμα οφείλει να τους το ανταποδώσει. Ωστόσο, στην Κουμουνδούρου πιστεύουν ότι αυτή είναι μια επιλογή που δεν ανταποκρίνεται στη δυναμική που ο ΣΥΡΙΖΑ απέκτησε από το 2012 και μετά, και η υποστήριξη τέτοιων υποψηφιοτήτων συνιστά συνταγή αποτυχίας. Η κεντρική γραμμή είναι να στηριχθούν υποψήφιοι από τον ευρύτερο προοδευτικό χώρο που χαίρουν ευρύτερης αναγνώρισης και εκτίμησης στις τοπικές κοινωνίες. Προκειμένου, ωστόσο, να περάσει αυτή η γραμμή, πιθανότατα θα απαιτηθεί σε πολλές περιπτώσεις να δοθεί μάχη με τις τοπικές κομματικές οργανώσεις.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ