ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Κυριακή μέσα στις σελίδες

MΑΡΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Η Κυριακή δεν υπήρξε ποτέ ημέρα-ορόσημο για την οικογένειά μου όταν ήμουν παιδί. Δεν κάναμε οικογενειακά τραπέζια. Δεν πηγαίναμε εκκλησία. Δεν διάβαζα το μεσημέρι τα μαθήματα της επόμενης ημέρας. Δεν μελαγχολούσα επειδή τελείωνε το Σαββατοκύριακο. Δεν κάναμε επισκέψεις σε συγγενείς ούτε δεχόμασταν κόσμο στο σπίτι – άλλωστε η πόρτα ήταν πάντα ανοιχτή, το κρασί της χρονιάς περίμενε στο βαρέλι, τα μεζεδάκια ήταν ανά πάσα στιγμή έτοιμα να σερβιριστούν και οι γείτονες και οι φίλοι μπαινόβγαιναν συνεχώς. Η Κυριακή στο χωριό είχε μια νωθρότητα, μια ηρεμία, μια θαλπωρή, μαζί με τη γλυκιά κούραση από τον κάματο της εβδομάδας που είχε προηγηθεί και μια λυτρωτική εγρήγορση για να μπούμε με φόρα σε αυτήν που ετοιμαζόταν να ξεκινήσει. Κουρασμένη από τη... φόρα, νωρίς το απόγευμα θα κούρνιαζα στην αγαπημένη μου πολυθρόνα, δίπλα από το ολόδικό μου ράφι με βιβλία – το είχα καταλάβει με θράσος, για να βρω ένα καταφύγιο για τα λατρεμένα μου αναγνώσματα, μόνο ένα ράφι από τα πολλά που διέθετε το σκρίνιο που δέσποζε στην τραπεζαρία, ενώ από τις ψηλότερες θέσεις τα μπιμπελό έμοιαζαν να με κοιτούν με αυστηρότητα ανάμεικτη με οίκτο. Θα έπαιρνα στα χέρια μου με αδημονία το ακριανό βιβλίο –μου έμοιαζε σαν να με περίμενε, δεν μπορούσα να το απογοητεύσω– και θα ξεκινούσα το ταξίδι συντροφιά με ήρωες που άλλες φορές ευχόμουν να ήμουν και άλλες όχι, σε κόσμους που έμοιαζαν να ορθώνονται γύρω μου και να με περικλείουν με κάθε αράδα, κάθε σελίδα. Η μαμά μου ήταν απλός, προσγειωμένος, «γήινος» άνθρωπος, γι’ αυτήν η ζωή ήταν τα περιβόλια, οι άνθρωποί της, η δουλειά, η τροφή και το νερό, όσα έβλεπαν τα μάτια της και όσα άκουγαν τα αυτιά της. «Μα τι βρίσκεις σε αυτά τα χαρτιά;» με ρωτούσε με απορία και μόνο στο βάθος του βλέμματός της έβλεπα μια σπίθα περηφάνιας, γιατί τουλάχιστον το «περίεργο» παιδί της «έπαιρνε τα γράμματα».

Μεγαλώνοντας, τα πρωινά της Κυριακής έγιναν... μεσημέρια λόγω του σαββατιάτικου ξενυχτιού και το παιχνίδι στην πλατεία του χωριού έγινε καφεδάκι με τις φίλες στην προκυμαία της Θεσσαλονίκης, με το αεράκι του Θερμαϊκού να απομακρύνει τις απογοητεύσεις, να παρασύρει τα γέλια και να φουσκώνει τα πανιά των ονείρων μας. Το ραντεβού του απογεύματος ωστόσο δεν άλλαξε ποτέ. Το μούχρωμα, ενώ ο ήλιος χανόταν στο βάθος πίσω από τον Όλυμπο, ένα βιβλίο θα έβρισκε πάλι τον δρόμο για τα χέρια μου.

Κάπως έτσι η μυρωδιά της Κυριακής είναι αυτή του φρεσκοτυπωμένου χαρτιού –κάποιες φορές και του πολυκαιρισμένου, όταν πέφτουν στα χέρια μου «παλιόφιλοι» των παιδικών και των εφηβικών μου χρόνων– και του φρεσκοψημένου καφέ. Έχει γεύση άλλοτε γλυκιά, κάποιες φορές πικρή ή στυφή. Κι έχει πάντα τη φόρα, την αδημονία, τον ενθουσιασμό του νέου ταξιδιού, της ανακάλυψης καινούργιων κόσμων και τη χαρά της παρέας, των συνοδοιπόρων, των φίλων.

Στο σπίτι μου, και τώρα που μεγάλωσα και έκανα δική μου οικογένεια, η Κυριακή ακόμη δεν είναι ημέρα-ορόσημο. Δεν πάμε στην εκκλησία, δεν κάνουμε μαθήματα, δεν ανοίγουμε την τραπεζαρία ούτε μεμψιμοιρούμε το τέλος της σχόλης. Οι φίλοι όμως δεν λείπουν ποτέ, κάποιοι χάρτινοι, άλλοι με σάρκα και οστά, βολεύονται αναπαυτικά ανάμεσά μας, γεμίζοντας τα μεσημέρια και τα απογεύματα με γέλια, όνειρα και περιπέτειες. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ