ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ζημίες πρώτη φορά μετά το 2009 για το private banking στην Ευρώπη

Οι τράπεζες οφείλουν να συμμορφωθούν με τη νομοθεσία για την πάταξη της κυβερνοαπάτης, της φοροαποφυγής και του ξεπλύματος χρήματος, οπότε πρέπει να επενδύσουν πολλά χρήματα στην ψηφιακή τεχνολογία.

Πρώτη φορά μετά το 2009 το private banking (ιδιωτική τραπεζική) στην Ευρώπη εμφάνισε ζημίες, εξαιτίας της επιβράδυνσης των ταμειακών ροών, των υποτονικών αποδόσεων των επενδύσεων και του αυξημένου κόστους, λόγω του αυστηρότερου ρυθμιστικού πλαισίου. Σε σχετικό δημοσίευμά τους, οι Finacial Times αναφέρουν ότι τα εν λόγω χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τα οποία εξυπηρετούν τις ανάγκες των πλουσίων όλου του κόσμου, είδαν πέρυσι να μειώνονται δραστικά τα κέρδη τους. Συγκεκριμένα, ελαττώθηκαν κατά 10%, και αυτό συνέβη για πρώτη φορά τα τελευταία οκτώ χρόνια. Αναλυτές εκτιμούν, πάντως, ότι θα υπάρξει και συνέχεια.

Η εταιρεία επιχειρηματικών συμβούλων McKinsey αποδίδει την εξέλιξη αυτή στη βραδύτερη εισροή ρευστού, στο ότι δεν ήταν ενθαρρυντικές οι αποδόσεις επί των επενδύσεων και στο ότι οι τράπεζες επί πολλά χρόνια δεν κατόρθωσαν να ελέγξουν τις ολοένα αυξανόμενες δαπάνες τους. Με μια πρώτη ανάγνωση, το να πουλούν οι βραχίονες ιδιωτικής τραπεζικής των ευρωπαϊκών τραπεζών ενδιαφέροντα επενδυτικά προϊόντα και υπηρεσίες στους ολοένα και περισσότερους εκατομμυριούχους του πλανήτη, θα έπρεπε θεωρητικά να τους έφερνε και υψηλά κέρδη. Ωστόσο λειτουργεί ανασχετικά το εξής γεγονός: οι κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο θέλουν να διασφαλίσουν πως η ιδιωτική τραπεζική δεν θα προσέφερε χείρα βοηθείας σε όσους πλούσιους ήθελαν να αποκρύψουν την περιουσία τους και να μη φορολογηθούν όσο θα έπρεπε.

Τι σημαίνει πρακτικά αυτό; Οι τράπεζες πλέον οφείλουν να συμμορφωθούν με τη νομοθεσία για την πάταξη της κυβερνοαπάτης, της φοροαποφυγής και του ξεπλύματος χρήματος, οπότε πρέπει να επενδύσουν στην αντίστοιχη ψηφιακή τεχνολογία. Αυτό αυτόματα έχει αυξήσει τη συνολική δαπάνη του εκάστοτε πιστωτικού ιδρύματος σχεδόν κατά 25% μέσα στα τελευταία οκτώ χρόνια. Κατά τον Σεμπαστιάν Λακρουά, επικεφαλής του τμήματος μελέτης της ιδιωτικής τραπεζικής της McKinsey, η περιστολή της κερδοφορίας θα λειτουργήσει ως αφύπνιση για τις διοικήσεις των ιδρυμάτων. «Οι τράπεζες πρέπει να προετοιμαστούν για δύσκολα χρόνια και να απαντήσουν στις προκλήσεις, ανασχεδιάζοντας προϊόντα και υπηρεσίες με εμμονική στόχευση στη μεμονωμένη εξυπηρέτηση των πλουσίων πελατών και όχι στην εφαρμογή ενός μοντέλου για όλους», τόνισε ο κ. Λακρουά.

Σε ποσοστό 40%, οι βραχίονες ιδιωτικής τραπεζικής των ευρωπαϊκών τραπεζών έχασαν πελάτες το 2016, ενώ ένας στους δέκα βραχίονες έχασε χρήματα, σύμφωνα με τους Financial Times. Τα συνολικά έσοδα του κλάδου, όπως υπολογίζονται ως ποσοστό επί των περιουσιακών του στοιχείων, μειώθηκαν σε 77 μονάδες βάσης έναντι 96 μονάδων βάσης το 2007. Τα δε περιθώρια κερδών περιορίστηκαν στις 23 μονάδες βάσης από τις 26 μονάδες βάσης το 2015. Εκτιμάται ότι σοβαρό πλήγμα λόγω του αυστηρότερου πλαισίου για την πάταξη της φοροαποφυγής υπέστη η Ελβετία, όπου διατηρούν την έδρα τους τράπεζες όπως η UBS, η Credit Suisse και η Julius Baer. Τέλος, πολλοί εκατομμυριούχοι μετέφεραν περιουσιακά στοιχεία από την Ελβετία σε βραχίονες ιδιωτικής τραπεζικής άλλων τραπεζών της Ευρώπης. Επιπλέον, διαφαίνεται ότι οι δραστηριότητες ιδιωτικής τραπεζικής θα γνωρίσουν μεγάλη ακμή στο άμεσο μέλλον, εφόσον θα αυξάνεται η πελατεία τους: ο πλούτος των ευρωπαϊκών νοικοκυριών με έσοδα άνω του 1 εκατ. ευρώ θα φθάσει έως το 2020 τα 16,2 τρισ. ευρώ.

Το Λονδίνο παραμένει κορυφαίο χρηματοπιστωτικό κέντρο

Παρά το Brexit, το Λονδίνο δεν έχει χάσει τη λάμψη του ως το κορυφαίο χρηματοπιστωτικό κέντρο διεθνώς. Τα σχετικά συμπεράσματα προκύπτουν από την έρευνα για τη συγκρότηση του Δείκτη Παγκόσμιων Χρηματοπιστωτικών Κέντρων (GFCI) όσον αφορά το 2017. H βρετανική πρωτεύουσα βρίσκεται στην πρώτη θέση και ακολουθούν η Νέα Υόρκη, το Χονγκ Κονγκ και η Σιγκαπούρη. Στον Δείκτη αξιολογούνται 92 διεθνή κέντρα, βάσει των υποδομών τους, της κατάρτισης των εργαζομένων τους, της ποιότητας των υπηρεσιών κ.λπ. Η Νέα Υόρκη, συγκεκριμένα, απέχει από το Λονδίνο 24 μονάδες και αυτή είναι και η μεγαλύτερη διαφορά από το 2007, οπότε ξεκίνησε η σχετική έρευνα. Η υποχώρηση της Νέας Υόρκης σχετίζεται με τις διακηρύξεις Τραμπ υπέρ του προστατευτισμού. Πάντως, η ισχυρότερη ομάδα πίεσης από το Σίτι του Λονδίνου, η The CityUK, συνιστά να μην υπάρχει εφησυχασμός και ζητεί να είναι όσο το δυνατόν πιο ξεκάθαρη η λειτουργία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων κατά τη μεταβατική περίοδο μέχρι την αποχώρηση της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ενωση.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ