Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Στον καθρέφτη των βαλαντωμένων σουξέ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ν​​α τρελαίνονται με τη μουσική των ξενυχτάδικών μας στη Φινλανδία δεν φαίνεται ιδιαίτερα πιθανό. Αλλη η σχέση τους με τη μέρα και τη νύχτα εκεί, άλλος ο τρόπος τους να διασκεδάζουν. Ασε που, όπως επιμένει ένας παλιός μύθος, που κάθε τόσο γράφεται από ενθουσιασμένα ελληνικά μολύβια ή πληκτρολόγια, ή λέγεται από υπερήφανα ελληνικά χείλη, «μόνο η δική μας γλώσσα έχει τη λέξη “κέφι-» – και η αραβική βέβαια, και η τουρκική, από την οποία και τη δανειστήκαμε (και καλά κάναμε, αφού τη χρειαζόμασταν), αλλά ποιος τα λογαριάζει κάτι τέτοια. Δεκάδες φορές έχουν καταρριφθεί οι βαυκαλιστικοί γλωσσικοί μας μύθοι, εκατοντάδες φορές ξανάρχονται στο προσκήνιο, από ανθρώπους που φαίνεται ότι δεν διαβάζουν τίποτε άλλο από τη χάρτα των εμμονών τους και απ’ όσα γράφουν οι ίδιοι.

Μολαταύτα, παρά τη μαρτυρημένη διαφορά στη νοοτροπία και στις μουσικές προτιμήσεις, όταν έπαιζε η ελληνική εθνική ομάδα του μπάσκετ στη «Hartwall» Arena του Ελσίνκι, για το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα, το κοινό, Ελληνες και μη, άκουγε από τα μεγάφωνα ένα τραγούδι από τα μέρη μας. Κι όχι τίποτε σε συρτάκι, τον «Ζορμπά» ας πούμε, αλλά ένα βαλαντωμένο νεολαϊκό σουξέ: «Ξημερώματα δίνεις δικαιώματα». Οσο λοιπόν οι παίκτες μας στο παρκέ προθερμαίνονταν με σουτάκια (αν κρίνουμε πάντως από το πώς γιορτάζεται εκ παραδόσεως η κατάκτηση πρωταθλημάτων ή Κυπέλλων, σε όλα τα αθλήματα, σε νυχτερινά «τεμένη» δηλαδή, οι περισσότεροι μάλλον θα το ξέρουν το σουξέ), στην εξέδρα οι συμπατριώτες μας που είχαν ταξιδέψει στον Βορρά χόρευαν. Και μαζί τους οι πιο φιλόμουσοι ξένοι. Οι Ελληνες φίλαθλοι, για να ανταποκριθούν στο απροσδόκητο δώρο των οικοδεσποτών, αφήνονταν σ’ αυτό το ημιτσιφτετελικό στυλ που δεν απαιτεί ιδιαίτερη λικνιστική δεξιότητα και, καταπώς φαίνεται, βοηθάει το κορμί να ξεδίνει και να ερωτοτροπεί.

Από το εξυπηρετικό Ιντερνετ έμαθα την ταυτότητα του τραγουδιού. Στιχουργός και μουσικός του, αυτός που το τραγουδάει: ο Κωνσταντίνος Αργυρός. Μάλιστα οι στίχοι έχουν ήδη μεταφραστεί στα αγγλικά, τα περσικά, τα τουρκικά και τα βουλγαρικά (γνωστοί άλλωστε οι θρίαμβοι του Βασίλη Καρρά στη Βουλγαρία)· και να το ήθελα, δεν θα μπορούσα να ελέγξω την πιστότητα τόσων μεταφράσεων. Επιπλέον, έχουν υπάρξει «αιτήματα» για μετάφραση στα αλβανικά, τα ρουμανικά και τα σλαβομακεδονικά. Αξιομνημόνευτο αυτό, αν όχι αξιέπαινο, ο προσδιορισμός της γλώσσας δηλαδή ως σλαβομακεδονικής, και όχι ως σκοπιανής ή σκοπιανικής ή «γλώσσας του κρατιδίου», όπως θα επέβαλλε η εθνική ορθότης. Για τα φινλανδικά πάντως δεν γίνεται λόγος. Πιθανόν είναι νωρίς.

Θα μπορούσε ίσως κάποιος υπομονετικός ερευνητής να συγγράψει μια πλάγια ή ανορθόδοξη ιστορία του τόπου μας, λ.χ. της μεταπολιτευτικής περιόδου, μέσα από τα κατά περιόδους σουξέ, τα οποία πλέον εισέρχονται στην αγορά με πολύ κοντινή ημερομηνία λήξεως, σαν αναλώσιμα βραχύτατης διάρκειας, κάτι που δεν συνέβαινε πιο παλιά. Θα μπορούσε δηλαδή να καταγράψει την ακολουθία των σουξέ από δεκαετία σε δεκαετία. Να εξετάσει έπειτα ποιοι κοινωνικοί όροι επιβάλλουν τη μια φορά το «Υπάρχω» του Στέλιου Καζαντζίδη ή το «Η ζωή μου όλη», τη άλλη τα «Λαδάδικα» (που χρωστάνε πολλά στη φωνή του Δημήτρη Μητροπάνου), το «Κυκλοφορώ κι οπλοφορώ», το «Πότε Βούδας, πότε Κούδας», και κυρίως τα δεκάδες σουξεδάκια του μηνός ή του διμήνου. Και να ερευνήσει τι συντελεί στην αλλαγή των κριτηρίων μας, αισθητικών και πολιτικών, και οδηγεί στη μετακίνηση από την «Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη» του Διονύση Σαββόπουλου, λόγου χάρη, στους επίσης σαββοπουλικούς «Κωλοέλληνες».

Είμαστε λαός που τραγουδάει. Ανέκαθεν. Οι Δυτικοί περιηγητές της Ελλάδας κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας δεν παρέλειψαν να καταγράψουν με θαυμασμό την τραγουδιστική έφεση των προπαππούδων και των προγιαγιάδων μας, που συνόδευαν με το τραγούδι τους σχεδόν κάθε πράξη ή στιγμή τους, και όχι μόνο τις τελετουργικές. Στα δύσκολα και στα εύκολα, το τραγούδι μάς υπηρετεί. Οι μουσικές επιλογές μας δεν είναι ουδέτερες και αδιάφορες. Φανερώνουν την κίνηση της ψυχής μας – ή, άλλοτε, το βάλτωμά της. Και είναι ένας αρκετά καθαρός δείκτης της πνευματικής μας διάθεσης.

Το πρώτο που θα διαπίστωνε βέβαια ο ερευνητής το βλέπουμε όλοι μας: από τα υψηλής δημοτικότητας τραγούδια με πολιτικό περιεχόμενο (ή κοινωνικό ή αμφισβητησιακό), έχουμε μετατοπιστεί στα παθιάρικα, τα ερωτιάρικα, που όσο περισσότερες κοινοτοπίες, στιχουργικές και μουσικές, εκμεταλλεύονται τόσο μεγαλύτερη και αμεσότερη είναι η δημοτικότητά τους. Το παν άλλωστε είναι να υποδαυλίζουν τη χορευτική όρεξη και να προσφέρουν ένα ατακαδόρικο ρεφρέν, με περιεχόμενο της κατηγορίας των «βατών», το οποίο λέγεται και ξαναλέγεται μέχρι τελικής πτώσεως. Μιλάω για τη μαζική διασκέδαση, όχι για τη μουσική, ελληνική ή ξένη, που ακούει ο καθένας στο σπίτι του ή με τη στενή παρέα του, για να ψυχαγωγηθεί.

Ενα δεύτερο που θα διαπίστωνε ο φανταστικός συγγραφέας μας είναι ότι ορισμένα από τα σπουδαία τραγούδια-ποιήματα που σφράγισαν δεκαετίες, και αποτέλεσαν κάτι σαν σήμα κατατεθέν πολιτικών κυρίως εκδηλώσεων, απειλούνται με νοηματική ακύρωση από την υπερβολική χρήση, την κατάχρησή τους μάλλον. Το «Της Δικαιοσύνης ήλιε νοητέ», για παράδειγμα, του Οδυσσέα Ελύτη, στη μουσική μορφή που του έδωσε ο Μίκης Θεοδωράκης, χρησιμοποιείται παντού, από όλους, δηλαδή ακόμα και από εκείνους που κάποτε το απέφευγαν ή το αποστρέφονταν, κρίνοντας ότι ο Θεοδωράκης δεν το μελοποίησε απλώς αλλά το «αριστεροποίησε». Οποιο κι αν είναι το περιεχόμενο κάποιας εκδήλωσης, εκεί και ο νοητός ήλιος. Η λάμψη του αντέχει ακόμα. Αλλά για πόσο;

Γυρίζω όμως στα «Ξημερώματα» και στης νύχτας τα καμώματα. Οι μουσικοί και οι στιχουργοί μας, ρεμπέτες, λαϊκοί και «έντεχνοι», έχουν δημιουργήσει έξοχα τραγούδια για τους νυχτερινούς καημούς. Μόνο το «Πριν το χάραμα μονάχος» να θυμίσω και το «Χαράματα η ώρα τρεις», αρκεί πιστεύω. Το «Ξημερώματα δίνεις δικαιώματα» όμως δεν έχει κανένα από τα προσόντα που θα του επέτρεπαν να χαρακτηριστεί μέλος αυτής της ωραίας χορείας, έστω και περιφερειακό. Λέξεις αραδιασμένες ώσπου να γεμίσει το μέτρο, βγαίνει δεν βγαίνει νόημα, μουσική σαν από φωτοτυπείο: ένα κομμάτι από το «ερωτάδικο». Εχω την αίσθηση ότι το κοινό το δελέασε η τρίτη στροφή, κυρίως δε οι δύο τελευταίοι στίχοι: «Πόσα, πόσα έκανα εγώ για να σε έχω, / όλα αυτά τελειώσανε, δεν το αντέχω. / Πρέπει να κοιτάξω λίγο και τον εαυτό μου, / πάνω απ’ όλα βάζω τον εγωισμό μου». Μάλιστα. Ο ύμνος τού εγώ σε ωμή εκδοχή, μαζικά κατανοητή και αρρενοπρεπώς δικαιωμένη.

Συνεχίζουμε την επόμενη Κυριακή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ