Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Η ταπεινοφροσύνη ενός μεγάλου

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Π​​ίσω στο 2000, τέλη Σεπτεμβρίου, στο Ντένβερ του Κολοράντο, σε τριμελή δημοσιογραφική αποστολή με πρωτοβουλία του σκηνογράφου Διονύση Φωτόπουλου, για να παρακολουθήσουμε τη γενική δοκιμή του σχεδόν δεκάωρου «Ταντάλου», του Τζον Μπάρτον, σε σκηνοθεσία Πίτερ Χολ. Μια επική υπερπαραγωγή, «ένα τεράστιο έργο σε μια τεράστια χώρα», όπως σχολίαζε ο ίδιος ο Χολ. Hταν, τότε, περίπου 70 χρόνων, ακόμη ακμαίος, γεμάτος ιδέες, επιθυμίες και ενθουσιασμό.

Είχαμε βρεθεί μέσα σε ένα δημιουργικό πυρετό, σε ένα περιβάλλον μεγάλης επαγγελματικής πειθαρχίας, με εντυπωσιακό, για την εποχή, τεχνολογικό εξοπλισμό. Το Denver Center for the Ρerforming Αrts χρηματοδοτούσε την παραγωγή του «Ταντάλου» με 8 εκατομμύρια δολάρια! Μυθικό ποσό, όχι μόνο για το ελληνικό αλλά και για το ευρωπαϊκό θέατρο.

Eνα μεσημέρι, μας διέθεσε αρκετή ώρα (μαζί πάντα με τον στενό φίλο και σκηνογράφο του, Διονύση Φωτόπουλο) για να κουβεντιάσει για το έργο και τους δεσμούς του με το αρχαίο ελληνικό δράμα. Αντιγράφω από το δημοσίευμα της «Κ» (1/10/2000): «Η συνέντευξη με τον Πίτερ Χολ έγινε σε ένα ιταλικό εστιατόριο της Λάριμερ Σκουέαρ, της παλαιότερης περιοχής του Ντένβερ, με χαρακτηριστικά αμερικανικά σπίτια από κόκκινο τούβλο, που στεγάζει συγγραφείς, διανοούμενους και καλλιτέχνες. Οι δύο συνεργάτες απολάμβαναν ένα ελαφρύ lunch για να επιστρέψουν δύο ώρες αργότερα στο θέατρο και να αφιερωθούν στον 10ωρο μαραθώνιό τους...».

Από όσα είπε σε εκείνη τη χαλαρή συνομιλία ξεχωρίζω μία φράση του: «Αυτό που διδασκόμαστε από κάθε ελληνική τραγωδία όπως και από τον “Τάνταλο” είναι το ίδιο: ταπεινοφροσύνη και κατανόηση για τη θέση μας στη ζωή. Δεν πρόκειται για κάποια σπουδαία φιλοσοφική παρατήρηση, αλλά για κάτι που οι περισσότεροι άνθρωποι δεν διαθέτουν: την ταπεινοφροσύνη».

Ο θάνατός του, σε ηλικία 86 ετών, την περασμένη Δευτέρα (το 2011 διαγνώστηκε με άνοια) στο νοσοκομείο, έχοντας γύρω του μια πολυμελή οικογένεια (είχε κάνει τέσσερις γάμους, αποκτώντας έξι παιδιά), είναι η αφορμή για να ξαναδούμε, από απόσταση, την εικόνα αυτού του θεατράνθρωπου. Οχι απλώς «μεγάλου» ή «οικείου» (είχε δεσμούς με τη χώρα μας) αλλά καθοριστικού για την πορεία της βρετανικής θεατρικής σκηνής μετά τον Πόλεμο. Τη διαμόρφωσε, της έδωσε σχήμα και κατεύθυνση. Πώς είναι, άραγε, να «διαμορφώνεις», να δίνεις τον τόνο, στη θεατρική πραγματικότητα μιας χώρας που πρωταγωνιστεί στο διεθνές στερέωμα; Να θεωρείσαι στυλοβάτης του αγγλικού θεάτρου, να έχεις τιμηθεί και αναγνωριστεί για την προσφορά σου σε όλον τον κόσμο; Να μη χαρίζεσαι στους ισχυρούς, να εκπέμπεις θερμότητα και ένα πνεύμα ανήσυχο και προκλητικό, να πιστεύεις ότι «το θέατρο δεν θα πεθάνει ποτέ όσο υπάρχουν εμπειρίες σαν αυτές της Επιδαύρου» (όπως είχε πει στη συνάδελφο Βένα Γεωργακοπούλου);

Δεν χαράζεις αυτήν τη διαδρομή ούτε γράφεις ιστορία στον πολιτισμό χωρίς «κατανόηση και ταπεινοφροσύνη για τη θέση μας στη ζωή». Χωρίς τη γνώση του εαυτού και του κόσμου: «Νομίζω ότι όλοι ζούμε σε γυάλες, σαν αυτές στις οποίες βάζουν τα χρυσόψαρα, κυρίως στον χώρο των τεχνών και έχουμε ανάγκη να βλέπουμε τι κάνουν οι άλλοι», δήλωνε στην «Κ» (7/8/2001). Αναγνώριζε τους δασκάλους του: «Διδάχθηκα την τέχνη της μάσκας από ένα μεγάλο Γάλλο δάσκαλο, τον Μισέλ Σαντονί. Επίσης, μεγάλη επίδραση επάνω μου είχε και ο Κάρολος Κουν. Είχα φέρει τον θίασό του στην Αγγλία στη δεκαετία του ’60 και είχαν ανεβάσει τους “Ορνιθες” και τους “Βατράχους”. Ο Κουν έγινε φίλος μου και έμαθα πολλά από αυτόν. Νομίζω ότι και αυτός έμαθε κάτι από εμάς». Και υπερασπιζόταν την κινητικότητα, τις απρόσκοπτες ανταλλαγές στην τέχνη: «Οι επαγγελματικές επαφές είναι εξαιρετικά σημαντικές. Αντιλαμβανόμαστε τις πολιτιστικές και εθνικές διαφορές, βλέποντας τις αντιδράσεις του κοινού. Αυτό βοηθάει στην αλληλοκατανόηση και μας κάνει όλους πιο σοφούς. Δεν πρόκειται για μια διάθεση να περηφανευτούμε για την τέχνη μας. Κάνουμε κοινό κτήμα αυτό που έχουμε να πούμε. Και αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό».

Ο σερ Πίτερ Χολ «αποσύρθηκε» πριν ξεσπάσει η μεγάλη κρίση στην Ευρώπη. Πριν δει το ευρωπαϊκό οικοδόμημα να συρρικνώνεται, να αγωνιά αν και πώς θα σταθεί όρθιο. Αφησε όμως πίσω του μια εξελιγμένη και ασκημένη «γλώσσα», μια τέχνη που μπορεί να κάνει κοινό κτήμα αυτό το οποίο έχει να πει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ