Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Όλη η Ελλάδα «Μύκονος»;

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ

Φαίνεται ότι αφήνουμε πίσω μας το πιο επιτυχημένο (τουριστικά) ελληνικό καλοκαίρι από την εποχή που το κράτος μας διατηρεί στατιστικά στοιχεία με τις αφίξεις ξένων επισκεπτών.

Δεν γνωρίζουμε ακόμα αν ο mega-στόχος των 30 εκατομμυρίων αφίξεων είναι εφικτός. Πιο μετριοπαθείς εκτιμήσεις κάνουν λόγο για 28,5 εκατ., επίδοση καθόλου αμελητέα και σίγουρα νέο ρεκόρ όλων των εποχών. Το πρώτο εξάμηνο του 2017 επιβεβαιώνει τις αυξητικές τάσεις τόσο στις αφίξεις όσο και στα έσοδα, την αχίλλειο πτέρνα του ελληνικού τουρισμού, καθώς πέρυσι παρατηρήθηκε αναπάντεχη βουτιά που ελπίζουμε να αναπληρώσουμε εν μέρει, τουλάχιστον φέτος. 

Στο τεύχος που κρατάτε στα χέρια σας και με αφορμή την πληθωρική παρουσία αναγνωρίσιμων σταρ από τον χώρο του θεάματος, του αθλητισμού και της υψηλής τεχνολογίας στα νησιά μας, προσπαθούμε να διερευνήσουμε το παρόν και το μέλλον του «τουρισμού πολυτελείας» στη χώρα. 

Όταν μιλάμε στην Ελλάδα για «τουρισμό πολυτελείας», το μυαλό μας πάει συνειρμικά στη Μύκονο και στη Σαντορίνη. Αυτό που γίνεται σαφές από το καλό ρεπορτάζ των επόμενων σελίδων είναι ότι μπορεί η Μύκονος (κατά βάση) να τραβάει το ενδιαφέρον για πολλούς καλούς και κακούς λόγους, αλλά ευτυχώς δεν είναι το μοναδικό προϊόν που μπορούμε να πουλήσουμε σε επισκέπτες υψηλού εισοδήματος.

Αυτό που δεν ήξερα και έμαθα από τον επιστημονικό διευθυντή του Ινστιτούτου του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΙΝΣΕΤΕ) Άρη Ίκκο είναι ότι η Ελλάδα απολαμβάνει ήδη την 3η θέση στη συγκεκριμένη αγορά ανάμεσα στις μεσογειακές χώρες, πίσω από την Ισπανία και την Ιταλία. «Με αυτές τις υποδομές;» ρώτησα ξαφνιασμένος. «Με αυτά τα αεροδρόμια και με αυτό το επίπεδο υπηρεσιών σε χαοτικά και συνήθως όχι πολύ καθαρά λιμάνια;» συνέχισα απτόητος. 

Ο κ. Άρης Ίκκος είχε την υπομονή να μου εξηγήσει ότι προφανώς υπάρχουν μεγάλα περιθώρια βελτίωσης αν εκσυγχρονίσουμε τις υποδομές και τις προσφερόμενες υπηρεσίες, όμως σε κάθε περίπτωση «δεν ξεκινάμε από το μηδέν». Μόνο το 2016 η Ελλάδα προσείλκυσε 400.000 επισκέπτες υψηλού εισοδήματος και ο εθνικός στόχος για πέντε καλοκαίρια μετά (2021) είναι να βρεθούμε σε ακόμα πιο προνομιακή θέση: σύμφωνα με σχετική έρευνα του ΣΕΤΕ, θέλουμε αυτοί οι καλοί τουρίστες με χρήματα στην τσέπη και διάθεση να ξοδέψουν να αντιστοιχούν στο 12% των συνολικών αφίξεων και στο 30% των ετήσιων εσόδων από τη βιομηχανία του τουρισμού.

Κι αυτό οδηγεί απαραίτητα στην κατά συρροή αναπαραγωγή του εξωστρεφούς και οικονομικά αποδοτικού μοντέλου της Μυκόνου; Όχι, καθόλου. Έχοντας απόλυτο σεβασμό στο απόλυτο τουριστικό success story της χώρας, θα έλεγα ότι οι επικρατούσες τάσεις στην αγορά υψηλής δαπάνης δείχνουν και προς διαφορετικές κατευθύνσεις. 

Ο ορισμός της πολυτέλειας έχει αλλάξει εντυπωσιακά τα τελευταία χρόνια και ο καθένας τη «μεταφράζει» με έναν πολύ προσωπικό τρόπο, ανεξάρτητα από το πορτοφόλι του: φαίνεται ότι έχουμε μετακινηθεί από την περιοχή της υλικής πολυτέλειας στην ανάγκη για «εμπειρίες», «απλότητα» και «αυθεντικότητα». Σε αυτό το νέο περιβάλλον η Ελλάδα μπορεί να γίνει ακόμα πιο ανταγωνιστική και ήδη έχουμε πολλά παραδείγματα (δείτε πόσο δημοφιλή έχουν γίνει τα Ζαγοροχώρια τα τελευταία χρόνια σε επισκέπτες από το Ισραήλ, τη Γαλλία, κ.α.). Τον ξένο επισκέπτη υψηλού εισοδήματος δεν τον ενδιαφέρει αν το κατάλυμα στην Ολυμπία έχει χρυσό νιπτήρα, αλλά αν η συνολική εμπειρία άξιζε τα λεφτά του. Κι εδώ έχουμε ακόμα πολύ δρόμο να διανύσουμε. Αλλά είπαμε: ευτυχώς, δεν ξεκινάμε από το μηδέν. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ