ΒΙΒΛΙΟ

Μαγεμένη γεωγραφία

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΤΣΑΠΡΑΪΛΗΣ
Παγανιστικές δοξασίες
της θεσσαλικής επαρχίας
εκδ. Αντίποδες, σελ. 156

​​Ενα αξεπέραστο στοιχείο της μυθοπλασίας, ανεπηρέαστο από λογοτεχνικές μόδες και συγγραφικούς πειραματισμούς, είναι η επιθυμία να μετατρέψει τον κόσμο σε μύθο, να παραμερίσει την πραγματικότητα για να φωταγωγήσει ένα φανταστικό στερέωμα. Τα θεσσαλικά παραμύθια του Χρυσόστομου Τσαπραΐλη (γεν. 1984) χαρτογραφούν μια στοιχειωμένη επικράτεια, επέκεινα του κόσμου τούτου. Τα τοπωνύμια είναι πλανερά, καθώς περισσότερο παραπέμπουν σε χρόνο παρά σε χώρο, μνημονεύοντας έναν παμπάλαιο χρόνο, όπου ήταν ακόμα αχάρακτο το σύνορο μεταξύ πάνω και κάτω κόσμου. Τότε οι άνθρωποι ήξεραν να φυλάγονται από τα αόρατα και να συνομιλούν με τα άφατα. «Τότε ήταν βέβαια άλλοι καιροί και υπήρχαν πολλές σκάλες ακόμη από τις οποίες μπορούσες να φτάσεις στο στερέωμα, αλλά χάθηκαν κι αυτές, όπως και οι λαβές με τις οποίες ο κόσμος μπορούσε να κάνει τα αστέρια να αλλάξουν θέση».

Η εξωπραγματική γεωγραφία που φαντασιώνεται ο Τσαπραΐλης, κυριαρχείται από την εξουσιαστική δύναμη του θανάτου. Ζοφερά ίχνη διαστίζουν το χορτάτο και όμως αχόρταγο χώμα, κουρελιασμένα παιδιά «χορεύουν μανιασμένα υπό τον ήχο των ψιθύρων του Κάτω Κόσμου», άλλα, που δεν θα γεννηθούν ποτέ, στήνουν «αιώνιο παιχνίδι» σε ανήλιαγες σπηλιές και μόνο τα δάκρυα των γονιών τους χαλούν τη χαρά τους· από τα κλαδιά των δέντρων «κρέμονται σκοινιά θηλιασμένα», από τις ρωγμές των σπασμένων μαρμάρων μιας πλατείας βγαίνουν δάχτυλα που αρπάζουν και τραβούν βαθιά μέσα στο χώμα τούς πιο απελπισμένους, άταφα πνεύματα περιφέρονται στα οροπέδια, λίμνες ψύχονται από τις κραυγές αγωνίας των πνιγμένων που περονιάζουν τον βυθό της, άλλοι, πάλι, «χλωμιάζουν την κοίτη, καθώς σέρνονται στον πυθμένα προσπαθώντας μάταια να φτάσουν στην αντίπερα όχθη»· εστίες αφλόγιστες κατακαίνε τους τοίχους των σπιτιών με πύρινες σκιές, αβάσταχτα βιβλία αιμορραγούν «κακόψυχο μελάνι», μονοπάτια απατηλά σκορπίζονται σε βαθύσκιωτα σοκάκια «όπου αχνίζουν τα οστά των πεθαμένων».

Οι άνθρωποι που κατοικούν αυτά τα «εδάφη με μακριές μνήμες και ελάχιστη υπομονή», αντιδικούν ακατάπαυστα με τους νεκροπομπούς του Πλούτωνα, κατορθώνοντας να εξασφαλίσουν περίεργες εκεχειρίες, καθώς γνωρίζουν «τις συνήθειες του χώματος και των νεκρών».

Λιγοστοί εκλεκτοί, που την ψυχή τους καίει η φλόγα μιας παλιάς παράδοσης και η πίστη σε μια θρησκεία απρόδοτη από τον σταυρό, «δεν ξεχωρίζουν χωμάτινη στράτα από αέρινη, και όσο εύκολα πατάνε τα πόδια τους πάνω στο χώμα το ίδιο εύκολα πατάνε και πάνω στις ριπές του αέρα». Τα όνειρά τους φανερώνουν τις ουράνιες σκάλες, απ’ όπου ανεβαίνουν στο στερέωμα για να αλλάξουν τη θέση των άστρων.

Ο αφηγητής, απόγονος αυτού του νεραϊδοπαρμένου κόσμου, διατρέχει τη μαγεμένη όσο και μαγευτική γεωγραφία του, ομνύει σε θεούς και δαίμονες, εξευμενίζει τα σκυλιά της Εκάτης, διαπλέει τα ύδατα της Στυγός, καταβυθίζεται στα έγκατα της γης, στα «μαυσωλεία του Κάτω Κόσμου», στους «τύμβους του βάθους», σε σωρούς «ασύχαστων οστών», σκεπάζοντας τη θεσσαλική ύπαιθρο κάτω από την περγαμηνή ενός φαντασμαγορικού χάρτη. Στο τέλος τυλίγει τον χάρτη «σαν περγαμηνή» και τον κλείνει σε ένα υπόγειο, «πλάι σε μια τηλεόραση που έδειχνε παράσιτα». Ανάθημα σε έναν νεκρό, καίτοι άθαφτο χρόνο, δίπλα σε έναν χρόνο χαλασμένο.

Πέρα από εκθαμβωτική φαντασία, η γραφή του Τσαπραΐλη διαθέτει επίσης το χάρισμα να προσδίδει στις λέξεις καταπληκτικό εικονογραφικό πλούτο. Χωρίς να παρασύρεται στην εκφραστική εκζήτηση, ο πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας ισορροπεί εντέχνως ανάμεσα στην αλαφροΐσκιωτη θεματογραφία και τη γλώσσα του παραμυθιού. Τα ζοφερά παραμύθια του γοητεύουν με τον υποβλητικό, μυσταγωγικό ρυθμό του λόγου, που όσο παράξενος και αναληθής και αν ακούγεται, διεκτραγωδεί, επιχειρώντας να τους εξημερώσει, τους ανήκεστους καημούς της ύπαρξης, τη θνητότητα, τη μνήμη και τον άλογο πόθο της αθανασίας. Η μυθοπλασία περιορίζεται μεν στη θεσσαλική επικράτεια, αλλά απώτερος στόχος της παραμένει «Το ξήλωμα του ουρανού», όπως τιτλοφορείται το πιο όμορφο πεζό του βιβλίου.

Διερευνώντας τη χαλαρωμένη ραφή του στερεώματος, ο αφηγητής πασχίζει να διακρίνει τη «λάμψη όσων κρύβονται από πίσω της». Αξίζει να ακολουθήσουμε το βλέμμα του.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ