ΚΟΣΜΟΣ

Συνομιλώντας με τους New York Times, εφ' όλης της ύλης

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ένα ευρύ φάσμα θεμάτων κάλυψε η πρωινή «Συνομιλία με τους Times» στο Ζάππειο, στο πλαίσιο του Athens Democracy Forum. Από τις προοπτικές της Ε.Ε. μέχρι την προσπάθεια για διεύρυνση του φάσματος των απόψεων που εκπροσωπούνται στους New York Times, ο διευθύνων σύμβουλος της μεγάλης εφημερίδας Μαρκ Τόμσον και έξι δημοσιογράφοι της έδωσαν μία συναρπαστική εικόνα του πώς το αμερικανικό μιντιακό κατεστημένο έχει βιώσει τις κοσμογονικές εξελίξεις της τελευταίας διετίας.

Σχετικά με την Ευρώπη, ο Ρότζερ Κόεν, αρθρογράφος της εφημερίδας, σημείωσε ότι το Brexit και η εκλογή Τραμπ δημιούργησαν την αίσθηση στην ότι η Ε.Ε. είναι «κάτι που αξίζει να διατηρηθεί». Η Κατρίν Μπένχολντ, ανταποκρίτρια με έδρα το Λονδίνο, συμφώνησε, λέγοντας ότι οι δύο αυτές εξελίξεις «ένωσαν» τους Ευρωπαίους και «άλλαξαν το αφήγημα» στην Ευρώπη. Σημείωσε όμως ότι ο Εμανουέλ Μακρόν, όπως ο Μπαράκ Ομπάμα το 2008, «έχει εκτοξεύσει τις προσδοκίες στα ύψη» και «πρέπει να τις εκπληρώσει» - διαφορετικές οι συνέπειες για την Ευρώπη ενδέχεται να είναι σφοδρές. Η Φάρα Ναγιέρι, που γράφει για θέματα πολιτισμού, αντιπαρέβαλε τα πέντε σενάρια για το μέλλον της Ε.Ε. που δημοσιοποίησε προ μηνών η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με τη νέα αυτοπεποίθηση που εξέπεμψε αυτήν την εβδομάδα στην ομιλία του για την Κατάσταση της Ε.Ε. ο Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ. «Ίσως οι πολίτες της Ευρώπης να μην δουν θετικά» αυτή την ταχεία αποκατάσταση της φιλοδοξίας των ευρωπαϊκών θεσμών, είπε.

Ο Στίβεν  Έρλανγκερ, επικεφαλής διπλωματικός ανταποκριτής Ευρώπης της εφημερίδας, εξέφρασε τον σκεπτικισμό του για την ανάδυση αισθημάτων ευρωπαϊκού πατριωτισμού («η Ευρώπη είναι πολύ θολή ιδέα» για τους περισσότερους, είπε). Πρόσθεσε όμως ότι παρότι «πολλοί, ιδιαίτερα εδώ [στην Ελλάδα], θεωρούν ότι Ε.Ε. δεν είναι αυτό που θα έπρεπε», προτιμούν την παραμονή από την κατάρρευση του οικοδομήματος. Μάλιστα προέβλεψε ότι μετά την ελληνική κρίση και το Brexit, καμία άλλη χώρα δεν θα θελήσει να φύγει από την Ε.Ε. Θα υπάρξουν όμως «πραγματικοί τσακωμοί» με την Ανατολική Ευρώπη, είπε, αν, μετά την αποχώρηση της Βρετανίας, η Ένωση επικεντρωθεί πολύ περισσότερο στην Ευρωζώνη.

Από την πλευρά του, ο (βρετανικής καταγωγής) Μαρκ Τόμσον σημείωσε ότι είναι πιθανό σε 10 χρόνια η Βρετανία να θέλει να επιστρέψει στην Ε.Ε., αλλά η Ε.Ε. να μην τη θέλει. «Ο κίνδυνος για το Ηνωμένο Βασίλειο είναι ότι μπορεί να κάνει την Ε.Ε. καλύτερη αποχωρώντας», είπε χαρακτηριστικά.
Σε ερώτηση για το λαϊκισμό και τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις του, η Ναγιέρι ανέφερε ως θετικό στοιχείο τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ως αντίβαρο και παράγοντας λογοδοσίας απέναντι σε πολυμερείς διεθνείς οργανισμούς. Η Μπενχολντ εξέφρασε την ανησυχία, με αναφορά στη Βρετανία, ότι όταν αποδειχθεί ότι η έξοδος από την Ε.Ε. δεν λύνει τα προβλήματα εξαιτίας των οποίων οι ψηφοφόροι επέλεξαν να φύγουν, η αναζήτηση εξιλαστήριων θυμάτων, ειδικά στις τάξεις των μεταναστών, θα γίνει πιο επιθετική.

Ο Τόμσον δήλωσε ιδιαίτερα απαισιόδοξος, λέγοντας ότι οι μεγάλες τάσεις – παγκοσμιοποίηση, αυτοματοποίηση, ανισότητα, μαζική μετανάστευση – θα συνεχίσουν να παρέχουν χώρο ανάπτυξης για τους δημαγωγούς και τις απλοϊκές τους λύσεις.  Ο Τζέιμς Μπένετ, αρχισυντάκτης άρθρων γνώμης των New York Times, παρατήρησε ότι «κανείς δεν έχει πραγματικές απαντήσεις για τις τρομακτικές ανατροπές» που βιώνουμε.  Ο Κόεν τόνισε ότι πρέπει να γίνει διαχωρισμός μεταξύ της δικαιολογημένης αγανάκτησης όσων ψήφισαν τον Τραμπ και της λαϊκιστικής πολιτικής που πρεσβεύει. «Το μεγάλο ερώτημα είναι αν οι δημοκρατικοί θεσμοί των ΗΠΑ και οι θεσμοί της Ε.Ε. θα αποδειχθούν ισχυρότεροι από αυτά τα κινήματα», είπε.  Δήλωσε πάντως λιγότερο απαισιόδοξος από τον Τόμσον, εκτιμώντας ότι η έξαρση του λαϊκισμού δεν θα οδηγήσει σε αναβίωση του μεσοπολέμου, αλλά «θα δώσει το έναυσμα για διάφορες μορφές αναζωογόνησης της Δημοκρατίας».

Σε ερώτηση για τα fake news, o Τόμσον είπε ότι πρόκειται για «διαχρονικό» φαινόμενο. «Το πρόβλημα είναι η μηχανοποίησή του, αλλά και το ότι μοιάζει να έχει καλύτερο επιχειρηματικό μοντέλο από την παραδοσιακή δημοσιογραφία», ενώ είναι και «εξαιρετικό εργαλείο ψυχολογικού πολέμου», τόνισε. Ο Μπένχολντ είπε ότι «χρειάζεται σοβαρή δέσμευση» των μεγάλων εταιρειών του διαδικτύου, όπως η Facebook, για να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά οι ψευδείς ειδήσεις, αν και «το να προσπαθείς να αφαιρέσεις πληροφορίες από το διαδίκτυο είναι σαν να προσπαθείς να βγάλεις τα ούρα από μία πισίνα».

Τραμπ, πηγές και πόλωση

Ο Μπένετ περιέγραψε την προσπάθεια της εφημερίδας να συμπεριλάβει στις σελίδες γνώμης της περισσότερες διαφορετικές φωνές και είπε ότι θα ήταν λάθος οι δημοσιογράφοι της να θεωρήσουν ότι αποτελούν μέρος της αντίστασης κατά του Τραμπ. Σχετικά με την εντονότατη αντίδραση που υπήρξε από παλαιούς αναγνώστες κατά της πρόσληψης του ακραιφνώς συντηρητικού αρθρογράφου Μπρετ Στίβενς, είπε ότι τον φοβίζει «η μειωμένη ικανότητά να ακούμε ο ένας τη διαφορετική γνώμη του άλλου». Οι πεποιθήσεις μας, πρόσθεσε, αν δεν εκτεθούν σε κριτική, «θα καταλήξουν κούφιες». Ο Έρλανγκερ σημείωσε ότι οι επιθέσεις του Τραμπ κατά των ΜΜΕ είναι προϊόν καλά επεξεργασμένης στρατηγικής – «είναι αυτό που κάνουν ο Ερντογάν και ο Πούτιν» - με σκοπό να υπονομεύσει το ρόλο των δημοσιογράφων στον έλεγχο της εξουσίας. Για τον Κόεν, τα πράγματα γίνονται επικίνδυνα όταν τα ψεύδη από τα χείλη του ίδιου του προέδρου καταλήγουν να γίνονται ρουτίνα.

Η Ναγιέρι τόνισε την ανάγκη να εκπαιδευτεί ο μέσος αναγνώστης στη διάκριση μεταξύ ειδήσεων από αξιόπιστες και μη αξιόπιστες πηγές. Τόσο η Μπένχολντ όσο και ο Μπένετ σημείωσαν ότι πρέπει και οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι να εκπαιδευτούν, ώστε να ακούν καλύτερα τις φωνές εκείνων που νιώθουν αποκλεισμένοι από το πολιτικό και το οικονομικό σύστημα. 

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ