ΘΕΑΤΡΟ

Ενα βιωματικό μάθημα Ιστορίας

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΣΑΝΟΥΔΟΥ

H Σοφία Καλεμκερίδου πρωταγωνιστεί στον ρόλο της γιαγιάς, κάποτε διάσημης τραγουδίστριας, που εξακολουθεί να αναπολεί τον εφηβικό της έρωτα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Θέατρο

Τραγούδια που μαρτυρούν αιώνες αρμονικής συνύπαρξης δύο διαφορετικών πολιτισμικών παραδόσεων, ένας μεγάλος έρωτας που αντιστέκεται στη λήθη, ένα ταξίδι στον χώρο και στον χρόνο, από τη Νέα Υόρκη του σήμερα στη Θεσσαλονίκη του χθες, μια μουσικοθεατρική παράσταση η οποία λειτουργεί και ως βιωματικό μάθημα ιστορίας.

Η επιτυχημένη παραγωγή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος «Δε σε ξέχασα ποτέ», σε κείμενο του Λέοντα Ναρ και σκηνοθεσία του Μιχάλη Σιώνα, ξεκίνησε τη διαδρομή της τον περασμένο Μάρτιο από το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης. Εκτοτε, έχει παρουσιαστεί σε κλειστούς και υπαίθριους χώρους της πόλης, σε δημοτικά φεστιβάλ, καθώς και στο Καμπέριο Θέατρο Ιωαννίνων, ενώ την ερχόμενη σεζόν σχεδιάζεται να μεταφερθεί και στο εξωτερικό.

Η σεφαραδίτικη παράδοση

Στους περισσότερους από τους σταθμούς της περιοδείας τα εισιτήρια είχαν εξαντληθεί κι αυτό ίσως θα πρέπει να εκληφθεί ως προειδοποίηση από το αθηναϊκό κοινό, που έχει να επιλέξει μόνο μεταξύ τεσσάρων παραστάσεων, το Σαββατοκύριακο 23 και 24 Σεπτεμβρίου στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.

Ο ερευνητής και συγγραφέας Λέων Ναρ είναι εγγονός, από την πλευρά του πατέρα του, επιζώντων στρατοπέδων συγκέντρωσης, ενώ ο παππούς και η γιαγιά του από την πλευρά της μητέρας του σώθηκαν χάρη στο θάρρος ανθρώπων «που δεν είχαν καμία υποχρέωση να τους βοηθήσουν, αλλά τους έκρυψαν με κίνδυνο της ζωής τους», λέει στην «Κ». Μεγαλωμένος με τις αφηγήσεις τους, γνώρισε από πρώτο χέρι τι συνέβη στη Θεσσαλονίκη κατά την Κατοχή και αργότερα, και συγχρόνως εξοικειώθηκε με τη γλώσσα, τη μουσική και τις υπόλοιπες πτυχές της σεφαραδίτικης παράδοσης. Το «Δε σε ξέχασα ποτέ» αποτελεί την πρώτη του απόπειρα να γράψει μυθοπλασία, αντλεί όμως υλικό από τις πολυετείς έρευνες και τα επιστημονικά βιβλία του για την πόλη και την ισραηλίτικη κοινότητά της.

Με αυτή την έννοια φαίνεται να ακολουθεί τα χνάρια του πατέρα του, Αλμπέρτου Ναρ, αναγνωρισμένου ερευνητή της εβραϊκής ιστορίας και διηγηματογράφου. «Δεν μου αρέσει να διαχωρίζω ανάμεσα στην ακαδημαϊκή δουλειά και στη λογοτεχνία. Μου αρέσει να δοκιμάζομαι σε διαφορετικά πεδία» υπογραμμίζει.

Καθώς δεν είχε ασχοληθεί ποτέ στο παρελθόν με το ζήτημα των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, το ΚΘΒΕ «αγκάλιασε» την πρόταση, επιστρατεύοντας τη βοήθεια του σκηνοθέτη Μιχάλη Σιώνα, που πρόσφατα κέρδισε τις εντυπώσεις του κοινού με το ανέβασμα του έργου «Το αγόρι με τη βαλίτσα» του Μάικ Κένι. Αποτέλεσμα της συνεργασίας τους είναι μια παραγωγή που δεν απογοητεύει τους θεατές, οι οποίοι επιδιώκουν να μάθουν περισσότερα για μια σκοτεινή περίοδο της νεότερης ελληνικής ιστορίας, ούτε εκείνους που έλκονται από την υπόσχεση μιας απολαυστικής παράστασης γεμάτης έρωτα, μουσική και νοσταλγία. «Κατ’ αρχάς υπάρχει το θεατρικό δρώμενο, μαζί με τα δέκα τραγούδια που ερμηνεύει ζωντανά η μπάντα επί σκηνής», αναφέρει ο κ. Ναρ. Τα περισσότερα έχουν σεφαραδίτικο στίχο, αλλά είναι πιο γνωστά στο ευρύ κοινό χάρη στις ελληνικές εκδοχές τους, όπως η «Μισιρλού», το «Μικρός αρραβωνιάστηκα» ή το «Πού να βρω γυναίκα να σου μοιάζει». Ορισμένα «έχουν περάσει στην ελληνική σύνθεση, η “Εβραιοπούλα” ας πούμε, που την ακούμε στα ελληνικά. Ηθελα να αναδείξω αυτή την “ώσμωση”, την επικοινωνία ανάμεσα στους Χριστιανούς και στους Εβραίους, που συνεχίστηκε για πέντε αιώνες», συνεχίζει ο συγγραφέας.

Η επιθυμία του να συνδυάσει την αφήγηση με τη μουσική ήταν αυτή που τον ώθησε να γράψει ένα θεατρικό έργο και όχι, για παράδειγμα, ένα μυθιστόρημα. «Ο στόχος ήταν να αποκτήσει ο δέκτης μία αίσθηση του κλίματος που επικρατούσε στην πόλη και ταυτόχρονα να έρθει σε επαφή με κάποια λαογραφικά στοιχεία της κοινότητας. Νομίζω ότι δεν θα μπορούσα να τα περάσω με τον ίδιο τρόπο στη λογοτεχνία».

Το μουσικό σκέλος οπωσδήποτε λειτουργεί ως πόλος έλξης για μια μερίδα του κοινού, ενώ τα επεξηγηματικά βίντεο που προβάλλονται σε αντικείμενα του σκηνικού χώρου (υφάσματα, τσάντες, τραπέζια κ.ά.) δίνει απαντήσεις σε τυχόν ερωτήματα. Για παράδειγμα, κάποιος μπορεί να μη γνωρίζει για το πογκρόμ στην εβραϊκή συνοικία του Κάμπελ το 1931, ή ότι οι εγκαταστάσεις του ΑΠΘ κατασκευάστηκαν στη θέση του εβραϊκού νεκροταφείου. «Μαζί με την τέρψη, που προσφέρουν το θέατρο και η μουσική, υπάρχει και η διάσταση της γνώσης» συνεχίζει ο συγγραφέας. Κατά τη γνώμη του, «η διαχείριση της μνήμης είναι πολύ σημαντική, ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη».

Η γιαγιά και ο εγγονός

Οι κεντρικοί ήρωες του έργου είναι δύο: Ενας μετανάστης τρίτης γενιάς στη σύγχρονη Νέα Υόρκη και η γιαγιά του, κάποτε διάσημη τραγουδίστρια, που δεν ξέχασε ποτέ τον εφηβικό της έρωτα. Οι δυο τους μοιράζονται τα βιώματα, τις αναμνήσεις και τους προβληματισμούς τους, ενώ όταν κρίνεται αναγκαίο οι ηθοποιοί Σοφία Καλεμκερίδου και Γιάννης Χαρίσης ερμηνεύουν και τους δευτερεύοντες χαρακτήρες, ζωντανεύοντας την αφήγηση. Στην παρούσα συγκυρία, μια ιστορία προσφυγιάς και μετανάστευσης δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί «επίκαιρη» και ίσως αυτό είναι κάτι που έχει συμβάλει στην επιτυχία της παραγωγής.

«Στην πρώτη σκηνή του έργου ο αφηγητής, ως Σεφαραδίτης τρίτης γενιάς, διερωτάται ποια είναι η διαφορά του μετανάστη και του πρόσφυγα». Είναι ένα ερώτημα που μένει εν πολλοίς αναπάντητο, αφού όπως τονίζει ο συγγραφέας στο κείμενο, η διαφορά είναι μόνο «στα χαρτιά». Με αφορμή ένα email, που αλλάζει ολόκληρη την κοσμοθεωρία του, ο ήρωας παίρνει την απόφαση να ταξιδέψει στη Θεσσαλονίκη αναζητώντας ίχνη του παρελθόντος του. Μαζί του, ταξιδεύει και το κοινό, ακολουθώντας τη δύσκολη πορεία προς τη γνώση και ενδεχομένως την αυτογνωσία.

«Η έννοια του συν-γραφέα»

Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Αμερικανικό Κολέγιο Ανατόλια της Θεσσαλονίκης και διδάκτωρ του ΑΠΘ, ο Λέων Ναρ ασχολείται συστηματικά με θέματα σχετικά με την ιστορία της Θεσσαλονίκης και την ισραηλίτικη κοινότητα της πόλης (μεταξύ άλλων, έχει εκδώσει τα έργα «Θεσσαλονίκη 1912 - 2012, Το μέλλον του παρελθόντος» (εκδ. Καπόν) και «Ισραηλίτες βουλευτές στο ελληνικό Κοινοβούλιο (1915 - 1936)» (Ιδρυμα της Βουλής). Επισημαίνει, ωστόσο, ότι δεν είναι υπέρ της εξειδίκευσης σε ένα μόνο αντικείμενο, αλλά προτιμά να δοκιμάζει τις δυνάμεις του σε διαφορετικά θέματα και είδη γραφής.

Για παράδειγμα, στο βιβλίο «Εγώ, ο εγγονός ενός Ελληνα. Η Θεσσαλονίκη του Νικολά Σαρκοζί», που συνυπογράφει με τους Γιώργο Αναστασιάδη και Χρήστο Γράπτη (εκδ. Καστανιώτη, 2007), καταπιάνεται με την ουγγρική και ελληνική καταγωγή του πρώην Γάλλου προέδρου, τα «Απαντα του Γιοσέφ Ελιγιά» (εκδ. Γαβριηλίδης, 2009) συνιστούν την πρώτη συστηματική εργοβιογραφική μελέτη για τον Ελληνοεβραίο Γιαννιώτη ποιητή και μεταφραστή, ενώ «Το παιχνίδι της εξέδρας, σχολιασμένα συνθήματα από τα ελληνικά γήπεδα» (εκδ. Μεταίχμιο, 2014) εκφράζει μία άλλη ιδιότητά του, αυτή του φιλάθλου. «Εμένα μου αρέσει να πειραματίζομαι με τις λέξεις. Οταν γράφω ένα ακαδημαϊκό βιβλίο, προφανώς απευθύνομαι σε ένα πιο συγκεκριμένο κοινό». Περισσότερο όμως τον εκφράζει «η έννοια του συν-γραφέα, το να γράφεις δηλαδή μαζί με τον αναγνώστη σου, ο οποίος δεν χρειάζεται να διαθέτει ιδιαίτερες γνώσεις για να κατανοήσει τη δουλειά σου», γι’ αυτό και αρθρογραφεί συστηματικά σε έντυπα και ιστοσελίδες.

Τα ερεθίσματα

Οσο για τη θεματολογία των βιβλίων του, είναι πάντοτε συνυφασμένη με ένα κομμάτι της ζωής ή του χαρακτήρα του: «Είμαι Θεσσαλονικιός εδώ και πολλές γενιές, άρα πολλά κείμενά μου ασχολούνται με την πόλη. Είμαι Ισραηλίτης της πόλης κι αυτό είναι άλλο ένα κομμάτι της ταυτότητάς μου. Είμαι φίλαθλος, οπότε εκδήλωσα και αυτή τη διάσταση της προσωπικότητάς μου. Εχω ζήσει τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, και κάτι μέσα μου με σπρώχνει να γράψω για αυτήν την περίοδο».

Το «πέρασμα» στη θεατρική γραφή δεν μπορεί παρά να συνιστά πρόκληση για έναν συγγραφέα περισσότερο εξοικειωμένο με τα δοκίμια και την αρθρογραφία, κρίνοντας όμως από την επιτυχία τού «Δε σε ξέχασα ποτέ», ο Λέων Ναρ διασχίζει αβίαστα το όριο ανάμεσα στην επιστημονική ανάλυση και την ευφάνταστη πρόζα. Ο ίδιος παραδέχεται ότι εξεπλάγη από την απήχηση της παράστασης. «Σε καμία περίπτωση δεν περίμενα ότι το έργο θα είχε τόσο μεγάλη αποδοχή», αναφέρει. «Στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης είχαν κλειστεί τρεις παραστάσεις, αλλά επειδή ήταν sold out δύο εβδομάδες νωρίτερα, προστέθηκε άλλη μία και τα εισιτήρια εξαντλήθηκαν μέσα σε λίγες ώρες».

Το τέλος του έργου είναι «ανοιχτό», επιτρέποντας στον θεατή να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και ίσως να προβληματιστεί πάνω σε υπαρξιακά ζητήματα, σχετιζόμενα τόσο με την ταυτότητα και τη θέση του στον κόσμο, όσο και με τον έρωτα, που σημαδεύει τη μνήμη εξίσου βαθιά με τον πόνο της απώλειας.

Η παράσταση

Μετά τη Θεσσαλονίκη και τα Ιωάννινα, η μουσικοθεατρική παράσταση του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος «Δε σε ξέχασα ποτέ» σε σκηνοθεσία Μιχάλη Σιώνα παρουσιάζεται στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά το Σάββατο 23 και την Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου στις 6.30 και 9 μ.μ. Ερημηνεύουν οι ηθοποιοί Σοφία Καλεμκερίδου και Γιάννης Χαρίσης. Παίζουν επί σκηνής οι μουσικοί Στέλλα Καμπουρίδου (καβάλ), Γιώργος Μιναχείλης (κανονάκι) και Ηλίας Σαρηγιαννίδης (πολίτικο λαούτο). Το οπτικό υλικό επιμελήθηκε ο Κλεάνθης Καραπιπέρης. Προπώληση εισιτηρίων στα ταμεία του Δημοτικού Θεάτρου (Ηρώων Πολυτεχνείου 32 και Βασ. Γεωργίου, Πειραιάς) και το viva.gr.

Παράλληλα, το αθηναϊκό κοινό θα έχει την ευκαιρία να προμηθευτεί, για πρώτη φορά, το κείμενο του ομότιτλου θεατρικού έργου του Λέοντα Ναρ που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ευρασία και συνοδεύεται από τα δέκα ρεμπέτικα και σεφαραδίτικα τραγούδια της παράστασης, ηχογραφημένα σε στούντιο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ