ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Ενα εικοσιτετράωρο με τον ποιητή Γιάννη Αντιόχου

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

Γιάννης Αντιόχου: Ανεβαίνω στο δώμα του έκτου ορόφου. Θα βάλω καρδούλες σε posts, κι αν τύχει και ανέλθω στα ουράνια, ως μια θεία κατάληψη, θα γράψω και κανένα ποίημα.

06.30 - 08.00
Ξυπνάω ή, αλλιώς, συνεχίζω σ’ ένα γραμμικό 24ωρο, αφιερώνοντας καθημερινά μιάμιση ώρα στον εαυτό μου. Κοιμούνται όλοι στο οικογενειακό σπίτι. Η σιωπή του είναι μια εκκωφαντική τελετουργία. Ανατέλλει στον Υμηττό, φωτίζεται στο βάθος η Ακρόπολη, γυαλίζει ο Λυκαβηττός και, ανακατεύοντας έναν σκέτο καφέ, συνομιλώ με τα όνειρα της νύχτας. Σαν άσκηση τα θυμάμαι όλα ή σχεδόν όλα· κι όταν δεν τα θυμάμαι, τα συμπληρώνω με τον δικό μου τρόπο.

08.00 - 09.30
Εχω ένα μαύρο γυαλιστερό αυτοκίνητο. Μπαίνω καθημερινά στο λιμάνι και, μετά το Στάδιο Καραϊσκάκη, στην εθνική οδό. Οδηγώ περισσότερο από 70 λεπτά μέχρι την Κηφισιά ή το Μαρούσι. Δεν έχω σταθερότητα στον τόπο άφιξης, αλλά η εθνική οδός είναι η αρτηρία της δικής μου Αθήνας. Αλλη μιάμιση ώρα αφιερωμένη στον εαυτό μου. Τακτοποιώ τις σκέψεις μου, ηχογραφώ στίχους στο κινητό ή ακούω σε random mode μια βιβλιοθήκη mp3. Στα απίστευτα μποτιλιαρίσματα, αφού επιβεβαιωθώ για τη χωρίστρα των μαλλιών μου στον καθρέφτη, βγάζω και καμιά selfie. Είναι ο εγωισμός της ημέρας.

09.30 - 18.00
Διασχίζω τη ρεσεψιόν του νοσοκομείου. Ψιθυρίζουν: «Μπήκε, ειδοποιήστε». Το ξέρω, δεκαπέντε χρόνια με το που περνάω την είσοδο ενός νοσοκομείου συμβαίνει μια απίστευτη τηλεφωνική αλυσίδα. Πιθανόν είμαι αυστηρός, εγώ λέω πως είμαι ψαρωτικός. Μετράω τη δύναμη του κέντρου, μετράω τους θανάτους, τις λοιμώξεις, την ποιότητα του νερού, του αέρα, το διοξείδιο του άνθρακα, κατεβαίνω στους λέβητες, στις ατμογεννήτριες, στα ups, ντύνομαι με τα scrubs και τεκμηριώνω την ορθότητα της ιατρικής, νοσηλευτικής και διοικητικής πράξης. Κάτι θα τσιμπήσω παρακολουθώντας με ευλάβεια την αλυσίδα της κεντρικής κουζίνας. Δεν ξέρω πώς χωράω όλη αυτήν την πληροφορία στο μυαλό μου. Πιστεύω πως η μεγαλύτερή μου τιμωρία είναι να γίνω ένας ανοϊκός ασθενής σε εγκατάσταση που έστησα εγώ.

18.00 - 22.00
Μετράω το φως της δύσης. Δύοντας ο ήλιος, ανατέλλω εγώ. Δεν καταλαβαίνω πώς βρίσκω το κουράγιο, αλλά συνήθως θα περάσω από το κέντρο. Μου αρέσει πολύ να πίνω ένα εσπερινό ουίσκι. Πάλι θα σημειώσω καμιά φράση. Οταν παλιώσει αρκετά κι αξίζει, θα τη συναντήσω μέσα στο κινητό μου και θα την κάνω ποίημα. Μιλάω με την κόρη μου τη Ρεγγίνα στο Messenger. Είναι η μόνη που με αναζητάει καθημερινά και επίμονα.

22.00 - 01.00
Συνήθως επιστρέφω. Θα φάω όλα τα γεύματα μαζί. Τώρα πια παχαίνω. Τρία παιδιά «διαμάντια» –στη μητέρα τους το οφείλουν– θα μου ζητήσουν χρήματα για βιβλία, για χαρτζιλίκι. Ανεβαίνω στο δώμα του έκτου ορόφου. Θα βάλω καρδούλες σε posts, κι αν τύχει και ανέλθω στα ουράνια, ως μια θεία κατάληψη, θα γράψω και κανένα ποίημα. Αν μείνω αγκυροβολημένος στην ποίηση, η επόμενη μέρα θα έχει κανονική άδεια, ειδάλλως είναι πιθανό το επόμενο 24ωρό μου να ξημερώνει στη Θεσσαλονίκη. Μια δεύτερη πόλη που κι εκεί κάνω τα ίδια πράγματα, με τη διαφορά πως ένα ουίσκι δεν μου φτάνει και καταλαμβάνομαι από αϋπνία. Τα ποιήματά μου είναι ημερολόγια αϋπνίας. Οταν θέλω να σπάσω τη μανιέρα της ποίησής μου, συνήθως μεταξύ των βιβλίων μου, μεταφράζω· μεταφράζω πυρετικά και ασταμάτητα. Δεν έχω μέτρο στην παραγωγή μου. Είμαι ένας υπερβολικός άνθρωπος.

[και μια άχρονη περίοδος]

Υπνοβατούσα μέχρι τα 24 επικινδύνως. Εβγαινα από το σπίτι, περίμενα λεωφορεία, τρένα κ.λπ. Τώρα μόνο παραμιλάω και ονειρεύομαι. Σε τέτοιες περιόδους παραμένω ξύπνιος για 24ωρα. Τότε καταργείται ο ανθρώπινος χρόνος και η νύχτα μού κάνει όλα τα χατίρια. Αγαπιόμαστε. Για τη νύχτα γράφω, που με προστατεύει. Σ’ αυτή την αχρονία οφείλω τα καλύτερα 24ωρα που έχω ζήσει και θα ζήσω.

​​Η πρόσφατη ποιητική συλλογή του Γιάννη Αντιόχου, «Διάλυσις», κυκλοφόρησε μέσα στο 2017 από τις εκδ. Ικαρος. Τις επόμενες εβδομάδες, θα κυκλοφορήσει, από τις εκδ.
Γαβριηλίδη, η «Ερημη χώρα» του Τ.Σ. Ελιοτ σε δική του μετάφραση.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ