ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Το στοίχημα ανάκαμψης της υποδηματοποιίας

ΗΛΙΑΣ ΜΠΕΛΛΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η κυρία Μίνα Φειδά κοντά στα 80 της χρόνια δεν σταματά ούτε στιγμή να εργάζεται άοκνα στην υποδηματοποιία «Φειδάς», που ανήκει στην οικογένεια της εδώ και έναν αιώνα και έγινε ευρύτερα γνωστή τις περασμένες δεκαετίες με την εμπορική επωνυμία «boxer». Μαζί με τον ένα από τους δυο γιους της, τον Παναγιώτη Νταή, δίνουν τη μάχη για την επιβίωση της επιχείρησής τους. Μια μάχη που αντικατοπτρίζει τα προβλήματα χιλιάδων επιχειρήσεων στην Ελλάδα και κυρίως τη χαμένη ευκαιρία για τη χώρα να πρωταγωνιστήσει διεθνώς.

Η ελληνική υποδηματοποιία ήταν κάποτε τρίτη μεγαλύτερη στην Ευρώπη και ο πρώτος σε εξαγωγές μεταποιητικός κλάδος της Ελλάδας. Ομως ο προσανατολισμός στην εγχώρια ζήτηση πριν ξεσπάσει η κρίση, σε συνδυασμό με τον ανταγωνισμό στα υψηλής ποιότητας παπούτσια από την Ιταλία και άλλες χώρες και στα φθηνά από την Κίνα, οδήγησε σε κατάρρευση των πωλήσεων όταν επήλθε η ύφεση. Οταν στέρεψαν και οι τραπεζικές χρηματοδοτήσεις, αποστερώντας από τη μεταποίηση τη δυνατότητα να προμηθευτεί πρώτες ύλες μαζικά σε ανταγωνιστικές τιμές, πολλοί έφτασαν στο χείλος του γκρεμού. Και όμως, το νέο εργοστάσιο της «Φειδάς» στη βιομηχανική ζώνη του Μενιδίου άνοιξε τις πύλες του μόλις το 2010 και θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα και πιο σύγχρονα στην Ευρώπη, εξοπλισμένο με κορυφαίο μηχανολογικό εξοπλισμό και τεράστια παραγωγική δυναμικότητα. Από αυτή τη δυναμικότητα μόλις το 20% αξιοποιείται σήμερα. Και παρά το εκδηλωμένο ενδιαφέρον μεγάλων ξένων ομίλων να δώσουν φασόν στη «Φειδάς» μεγάλες παραγγελίες τους, η εταιρεία αδυνατεί να ανταποκριθεί τιμολογιακά. Να παράγει δηλαδή χωρίς να χάνει λεφτά. Γιατί; Γιατί δεν μπορεί να προμηθευτεί σε ανταγωνιστικό κόστος πρώτες ύλες.

Ομως η κυρία Μίνα είναι αγωνίστρια. Θέλει το 2018 μαζί με την 100ή επέτειο της εταιρείας της να γιορτάσει και την ανάσταση των οικονομικών της μεγεθών και, γιατί όχι, ολόκληρου του ελληνικού κλάδου της υποδηματοποιίας. Αλλωστε, η Φειδάς καλύπτει περί το 30% της ελληνικής παραγωγής υποδημάτων, με τους ανταγωνιστές να έπονται με πολύ μικρότερα μερίδια. Γίνεται; Οι τράπεζες φαίνεται να το πιστεύουν. Γι’ αυτό και συμφώνησαν στο σχέδιο αναδιάρθρωσης της εταιρείας. Η Συμφωνία Εξυγίανσης με τις τέσσερις ελληνικές συστημικές τράπεζες υπογράφτηκε αυτό το καλοκαίρι και στις 25 Οκτωβρίου έχει προγραμματιστεί να συζητηθεί η επικύρωσή της από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών στο πλαίσιο της διαδικασίας εξυγίανσης, με βάση το άρθρο 106β του πτωχευτικού κώδικα, που έχει ξεκινήσει η εταιρεία.

Οι συμβαλλόμενοι πιστωτές συμφώνησαν στη χορήγηση νέας χρηματοδότησης ύψους 1,7 εκατ. ευρώ, ενώ το σχέδιο προβλέπει μακροπρόθεσμη αποπληρωμή του συνόλου των τραπεζικών δανείων της τάξης των 22 εκατ. όπως και όλων των απαιτήσεων των συναινούντων πιστωτών και βέβαια των εργαζομένων.

«Κλειδί» το κόστος

Σύμφωνα με τον οικονομολόγο δρα Αλέξανδρο Παπαρσένο, που έχει συγκροτήσει σε συνεργασία με την εταιρεία το σχέδιο αναδιάρθρωσης, το σύνολο των υποχρεώσεων της «Φειδάς» είναι της τάξης των 30 εκατομμυρίων ευρώ. Η εταιρεία πραγματοποίησε πέρυσι πωλήσεις της τάξης των 9 εκατομμυρίων ευρώ και τα λειτουργικά της κέρδη (EBITDA) είναι της τάξης των 500 χιλιάδων ευρώ. «Η υποδηματοποιία δουλεύει ήδη πάνω από το νεκρό σημείο μεταξύ κέρδους και ζημίας σε λειτουργικό επίπεδο και παράγει περίπου 400 χιλιάδες ζευγάρια παπούτσια, ενώ η δυναμικότητα παραγωγής της είναι στα επίπεδα των 2 εκατομμυρίων ζευγαριών. Στόχος είναι να μειωθεί το κόστος ανά ζευγάρι από τα 24 ευρώ περίπου κοντά στα 20 ή και χαμηλότερα μέσω της μείωσης του κόστους προμηθειών πρώτων υλών, κάτι που είναι εφικτό εφόσον χρηματοδοτηθεί επαρκώς, όπως προβλέψει το σχέδιο, η εταιρεία». Με ένα τέτοιο κόστος η «Φειδάς», που είναι γνωστή στην Ελλάδα με την εμπορική επωνυμία boxer, θα είναι σε θέση να αναλάβει σημαντικές υπεργολαβίες από ξένες εμπορικές εταιρείες και να ενισχύσει σημαντικά τις εξαγωγές της. Παράλληλα, με νέα προϊόντα, σύγχρονο σχεδιασμό και κυρίως καλύτερο marketing και στόχευση ευελπιστεί να τονώσει τις πωλήσεις της και στην εγχώρια αγορά. Διότι το να παράγει μόνον καφέ και μαύρα δερμάτινα παπούτσια με βασικό κοινό τούς άνδρες άνω των 40 ετών είναι συνταγή που δεν περπατάει άλλο, λένε στην αγορά.

Ο στόχος του 2029

Απώτατη επιδίωξη του σχεδίου αναδιάρθρωσης είναι το 2029 να επιστρέψει σε επίπεδα παραγωγής του 2009. Να γυρίσει, δηλαδή, στα προ πολλών ετών υψηλά, όταν κατασκεύαζε ένα εκατομμύριο ζευγάρια το έτος. Και πολύ πριν από αυτό να έχει επαναφέρει τα λειτουργικά κέρδη από τα τρέχοντα επίπεδα του μισού εκατομμυρίου στα 5 εκατομμύρια ευρώ περίπου, ώστε να μπορεί να εξυπηρετεί εύρυθμα τις υποχρεώσεις της προς πιστωτές και προμηθευτές και παράλληλα να αναπτύσσεται. Εφόσον το δικαστήριο επικύρωσε τη συμφωνία, η πρώτη εκταμίευση αναμένεται στα τέλη του έτους.

Η «Φειδάς» είναι μια κλασική περίπτωση ελληνικής μεταποιητικής επιχείρησης που μπορεί να αλλάξει σελίδα και να ξεφύγει από την κρίση, δημιουργώντας παράλληλα θέσεις απασχόλησης. Ενα στοίχημα που πρέπει να κερδηθεί και από τη «Φειδάς» και από πολλές ακόμα ελληνικές εταιρείες για να μπορέσει να στηριχθεί η ελληνική οικονομία στα πόδια της. Ομως, όπως προκύπτει και από τη συμφωνία με τους πιστωτές, απαιτούνται και η ενίσχυση της εξωστρέφειας και ο εκσυγχρονισμός της με νέα οργανωτική δομή και κατάλληλη στελέχωση. Μόνον έτσι η οικογενειακή επιχείρηση της Μίνας Φειδά - Νταή και των γιων της, που ιδρύθηκε από τον παππού της Ιωάννη Φειδά το 1919 στην Καλαμάτα, θα μπορέσει να ατενίσει τον δεύτερο αιώνα ζωής της με αισιοδοξία, εκτιμούν οι πιστωτές. Και μαζί θα φανεί και κατά πόσο η ελληνική μεταποίηση μπορεί να αναστηθεί, να μην χαθεί κάθε δεύτερη ευκαιρία που προσφέρεται.

Δεν πουλάμε ούτε φθηνά ούτε επώνυμα παπούτσια

Πριν από μερικά χρόνια η Πορτογαλία δεν υπήρχε στον παγκόσμιο χάρτη της παραγωγής και εξαγωγής δερμάτινων υποδημάτων. Το 2016, έπειτα από ένα πενταετές αναπτυξιακό πλάνο που υλοποίησε το πορτογαλικό Δημόσιο, οι εξαγωγές της διαμορφώθηκαν στο 1,92 δισ. ευρώ. Αυτά την ώρα που η κάποτε κραταιά ελληνική υποδηματοποιία κατάφερε εξαγωγές μόλις 110 εκατ. ευρώ. Και από αυτές μεγάλο μέρος αφορούν διακίνηση ελληνικών προϊόντων από και προς Κύπρο και Βουλγαρία, εξηγούν πηγές της αγοράς. Κάτι που σημαίνει πως οι πραγματικές εξαγωγές ενδέχεται να είναι έως και 30% χαμηλότερες, προσθέτουν. Το τεράστιο έλλειμμα ανταγωνιστικότητας είναι προφανές. Δεν είναι όμως το μισθολογικό κόστος αυτό που την πλήττει. Ο μέσος ετήσιος μισθός (κόστος για την επιχείρηση) σε μια μεγάλη υποδηματοποιία στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας ήταν της τάξης των 35-40 χιλιάδων ευρώ. Σήμερα αυτό έχει πέσει κοντά στις 20 χιλιάδες. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με τα χρηματοοικονομικά κόστη, τα ενεργειακά κόστη και τις φορολογικές και άλλες επιβαρύνσεις.

Αυτά έχουν όλα αυξηθεί. Ετσι παρά το γεγονός πως υπάρχει μεγάλη τεχνογνωσία και ταλέντο στον χώρο, αν και αυτή απειλείται εξαιτίας της κρίσης και της απουσίας σχετικών σχολών στη χώρα για να βγει η νέα γενιά τεχνιτών, ο κλάδος, απουσία και κεφαλαίων κίνησης, δείχνει καταδικασμένος στην παρακμή. Ή όχι; Ο πρόεδρος του Ελληνικού Συνδέσμου Επιχειρήσεων Βιοτεχνών Βιομηχάνων Υποδημάτων και Εξαγωγέων, Μελέτης Καραμπίνης, δεν συμφωνεί και είναι αισιόδοξος. Μιλάει για αναξιοποίητο δυναμικό, που με το κατάλληλο σχέδιο και στήριξη από την πολιτεία και την Ευρώπη θα μπορούσε να παράγει σημαντική αξία. Αλλωστε και μόνον η εγχώρια αγορά, παρά την κρίση, δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητη. Υπολογίζεται σε αξία κοντά στα 800 εκατομμύρια ευρώ περίπου. Αλλά από αυτά τα 800 εκατομμύρια τα 520 είναι εισαγωγές. Κίνα, Βέλγιο, Ιταλία, Ισπανία, Κάτω Χώρες, Γερμανία, Γαλλία, Βιετνάμ και Ηνωμένο Βασίλειο πουλάνε στην Ελλάδα παπούτσια αξίας περί τα 450 εκατομμύρια ευρώ, σύμφωνα με στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής.

Και μεταξύ αυτών των χωρών βρίσκεται και το βασικό πρόβλημα. Οι ελληνικές επιχειρήσεις απέτυχαν ουσιαστικά να πουλήσουν είτε πολύ φθηνό και ανθεκτικό παπούτσι είτε υψηλής ποιότητας και σχεδίασης επώνυμο προϊόν στα ανώτερα εισοδηματικά κλιμάκια των καταναλωτών. Στην πρώτη κατηγορία είχαν απέναντι τους τους Κινέζους και στη δεύτερη του Ιταλούς και τους Ισπανούς. Με την υπερκατανάλωση της εγχώριας αγοράς κατά τη δεκαετία του ’90 και του 2000 να στηρίζει τις πωλήσεις και τα κέρδη αδιακρίτως, δεν υπήρξε ούτε σε κρατικό, ούτε σε κλαδικό, ούτε σε επιχειρηματικό επίπεδο σοβαρός σχεδιασμός για να αντιμετωπιστούν οι νέες διεθνείς ισορροπίες που διαμόρφωναν οι Ασιάτες. Οι τελευταίοι μπορούσαν να πουλήσουν με κόστος ελάχιστα ευρώ, όχι πάνω από πέντε το ζευγάρι, όταν στην Ελλάδα η παραγωγή με κόστη κάτω από τα 20 ευρώ ήταν αδιανόητη. Εχει σήμερα άραγε ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα; Ο Μ. Καραμπίνης πιστεύει πως ναι, αλλά απαιτείται και εξεύρεση χρηματοδοτήσεων με ανταγωνιστικό κόστος – κάτι που δεν είναι ακόμα ορατό. Ποια είναι τα πλεονεκτήματα; «Καθετοποίηση της αλυσίδας από την πρώτη ύλη (δέρμα) έως το τελικό προϊόν, εύρος παραγωγικών δυνατοτήτων και δυνατότητα παραγωγής σύνθετων, εξειδικευμένων και έντονα διαφοροποιημένων προϊόντων, πολύ γρήγορη ανταπόκριση λόγω της οργάνωσης του «δικτύου» του κλάδου αλλά και της γεωγραφικής θέσης της χώρας, καλή αναλογία στη σχέση ποιότητας - τιμής, δυνατότητα ανάληψης παραγγελιών ανεξαρτήτως ποσοτήτων λόγω των δυνατοτήτων του κλάδου και θετική ακόμα εικόνα για τα ελληνικής κατασκευής υποδήματα στην εγχώρια και διεθνή αγορά», εξηγεί στην «Κ». Τι εκτιμά ο Σύνδεσμος πως απαιτείται για να επανέλθει ο κλάδος σε αναπτυξιακή δυναμική; Εξασφάλιση χαμηλότοκων δανείων (euribor+1%) μεσομακροπρόθεσμου χαρακτήρα, με δημόσια εγγύηση και περίοδο χάριτος 2 ετών με πλαφόν 400 χιλιάδες, χρηματοδότηση βραχυπρόθεσμου χαρακτήρα, για επιτάχυνση δραστηριοτήτων 6 έως 12 μηνών που αφορούν δραστηριότητες σχεδιασμού, προβολής, marketing και οργάνωσης διανομής, ασφάλιση εμπορικών επισφαλειών και προχρηματοδότηση για αγορά πρώτων υλών για υλοποίηση παραγγελιών εσωτερικού και εξωτερικού.

Η παραγωγή έχει μειωθεί κατά 62% από το 2010

Οι Γερμανοί και οι Αυστριακοί γνωρίζουν πως στην Ελλάδα μπορούν να παραγγείλουν την κατασκευή δερμάτινων υποδημάτων ποιότητας με κόστος πέριξ των 20 ευρώ το ζευγάρι και να τα πουλήσουν με το εμπορικό τους σήμα σε τρίτες αγορές προς 100 ευρώ το ζευγάρι.

Ομως άλλες χώρες όπως η Πορτογαλία μπορούν να το κάνουν αυτό για λογαριασμό των τρίτων με κόστος 15 ή 16 ευρώ, εξηγούν στην «Κ» παράγοντες της αγοράς. Αν μπορέσει το ελληνικό κόστος να πέσει κάτω από τα 20 ευρώ, τότε υπάρχουν πολλές παραγγελίες που μπορούν να εξασφαλίσουν όσα εργοστάσια έχουν μείνει στη χώρα. Ξένες εταιρείες έχουν εξετάσει, λοιπόν, τη δυνατότητα κατασκευής εδώ μέρους της παραγωγής τους. Κάποιοι ξένοι όμιλοι έχουν ενδιαφερθεί και για την εξαγορά τους. Αλλά οι μεγάλες υποχρεώσεις των ελληνικών εταιρειών μεταφράζονται σε πολύ χαμηλά τιμήματα από την πλευρά των αγοραστών. Η προσπάθεια έτσι επικεντρώνεται προσώρας στην ανάταξη των ισολογισμών και τη μείωση του κόστους παραγωγής, ώστε εφόσον ανακάμψουν οι επιχειρήσεις να συζητήσουν με δυνητικούς στρατηγικούς επενδυτές. Σύμφωνα με καλά πληροφορημένες πηγές, τα τελευταία λίγα χρόνια έγιναν πολλά ραντεβού με ξένους που ενδιαφέρονταν είτε να υπογράψουν μεγάλες παραγγελίες με πολυετή συμβόλαια είτε και να εξαγοράσουν μονάδες. Και θεωρείται πιθανόν μεσοπρόθεσμα κάποιες από αυτές τις συμφωνίες να κλείσουν. Για την ώρα, όμως, το αναξιοποίητο δυναμικό της ελληνικής υποδηματοποιίας παραμένει τεράστιο. Σύμφωνα με τον επιμέρους δείκτη για τα δέρματα και τα είδη υπόδησης της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (Μηνιαία εξέλιξη Αναθεωρημένου Δείκτη Κύκλου Εργασιών στη Βιομηχανία), το πρώτο εξάμηνο του 2017 η παραγωγή ήταν 62% χαμηλότερη από ό,τι το 2010.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ