ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Ο κίνδυνος της αναιμικής ανάπτυξης

ΑΝΤΩΝΗΣ ΖΑΪΡΗΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σ​​τον απόηχο της επίσκεψης Μακρόν, που κατά τα άλλα κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη μεγάλη πολιτική και συμβολική αξία της σηματοδοτώντας έναν ρόλο-αντίβαρο στη γερμανική ηγεμονία στην Ευρώπη, τα πραγματικά ωστόσο προβλήματα στη χώρα μας είναι υπαρκτά και παραμένουν δυσεπίλυτα, καθιστώντας τις προβλέψεις για το μέλλον της οικονομίας εξαιρετικά επισφαλείς. Οι επιδόσεις των οικονομικών μεγεθών, μετά το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης και την ενισχυμένη δημοσιονομική θέση της χώρας, καταδεικνύουν σταθερότητα και τροφοδοτούν την αναπτυξιακή δυναμική της, δίχως όμως να γνωρίζουμε πού τελικά θα κλείσει!

Με ρυθμό ανάπτυξης 0,8% στο β΄ τρίμηνο του 2017 και συνυπολογιζομένου του 0,5% του α΄ τριμήνου, άρα μέσο όρο 0,7%, πρέπει να υπάρξει επιτάχυνση των ρυθμών της τάξης του 3% τα δύο επόμενα τρίμηνα, ώστε το τελικό αποτέλεσμα να αγγίξει το 1,8% ως ετήσιο στόχο ρυθμού ανάπτυξης. Οι επιδόσεις, από την άλλη, συγκεκριμένων δεικτών της πραγματικής οικονομίας έχουν να πουν πολλά:

Ο δείκτης κύκλου εργασιών στο λιανικό εμπόριο, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ανήλθε τον Ιούνιο στο +3,2% σε σχέση με τον Ιούνιο του 2016, ενισχυμένος κατά 8,1% σε σχέση με τον Μάιο του 2017. Αντίστοιχα, ο δείκτης όγκου κυμάνθηκε τον Ιούνιο στο +3,9% σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του 2016, ενώ σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα του 2017 στο +7,5%.

Η ιδιωτική, επίσης, κατανάλωση του β΄ τριμήνου κατέγραψε +0,7% ελαφρύ θετικό πρόσημο, ενώ η δημόσια κατανάλωση ανήλθε στο +3,3%.

Οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου κατέγραψαν στο β΄ τρίμηνο του 2017 ελεύθερη πτώση -17,4%, ενώ οι εξαγωγές σημείωσαν αύξηση 9,2%, με αντίστοιχη όμως αύξηση και των εισαγωγών στο 3,1%.

Η υποτιθέμενη ωστόσο σταθερότητα που συνεπάγεται η ανάγνωση των προηγούμενων μεγεθών, θα πρέπει να μας καθιστά επιφυλακτικούς και υποψιασμένους όσον αφορά τις προβλέψεις μας για το βραχύ μέλλον της πραγματικής οικονομίας, καθώς αυτή προκύπτει λόγω μείωσης της ζήτησης, δηλαδή μείωσης του ονομαστικού εισοδήματος και όχι λόγω αύξησης της παραγωγικότητας ή της ιδιαίτερης δυναμικής που αναπτύσσεται στον τομέα της εξαγωγικής δραστηριότητας ή των επενδύσεων.

Εάν, δηλαδή, για τον έναν ή τον άλλο λόγο η συνεχόμενη δημοσιονομική συμπίεση επιφέρει κόπωση στην καταναλωτική δαπάνη, καθώς εξαντλήθηκαν και τα καταναλωτικά αποθέματα ρευστοποίησης περιουσιακών στοιχείων και απόσυρσης καταθέσεων, τότε, το μεγάλο βάρος θα πέσει αναγκαστικά στις επενδύσεις που παραμένουν αναιμικές και τις εξαγωγές που καταβάλλουν προσπάθεια να ενισχύσουν θετικά το εμπορικό ισοζύγιο σε αντιστοίχιση με τις εισαγωγές.

Η μεγάλη ρευστότητα στην οικονομία είναι πιθανό να προκαλέσει αναπάντεχες ανατροπές γι’ αυτό και συνιστάται εγρήγορση της κυβέρνησης, σύμπασας της αντιπολίτευσης, τραπεζικού συστήματος, παραγωγικών φορέων, κοινωνικών εταίρων και όλων όσοι εμπλέκονται με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στην υπόθεση της ανάπτυξης.

Οσον αφορά τη συμβολή των επιχειρήσεων στην υπόθεση ανάπτυξης της χώρας μας, κατά κύριο λόγο βασίζεται στη διαμόρφωση εθνικής στρατηγικής επιχειρηματικής εξωστρέφειας στη βάση καινοτομίας, ποιοτικής διαφοροποίησης και παραγωγής εμπορεύσιμων προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας στην κατεύθυνση επιδίωξης διατηρήσιμης ανάπτυξης με ευεργετικές επιπτώσεις στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου όλων μας.

Από την άλλη, είναι σαφές ότι οι επιχειρήσεις που αντιστέκονται στην κρίση είναι δύο κατηγοριών: από τη μία, οι μεσαίου και μεγάλου μεγέθους επιχειρήσεις που είναι άρτια οργανωμένες και διαθέτουν πρόσβαση στον τραπεζικό δανεισμό για την αντιμετώπιση της ρευστότητας και από την άλλη, οι μικρές και μεσαίου τύπου επιχειρήσεις που είναι οργανωμένες, ελέγχουν τα έξοδά τους και είναι ευέλικτες στο ραγδαία μεταβαλλόμενο περιβάλλον της αγοράς.

Η διασύνδεση της επιχειρηματικότητας, και ιδιαίτερα της νεοφυούς, με τη βιώσιμη αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας και ως εκ τούτου η διασφάλιση προϋποθέσεων διευκόλυνσης του «επιχειρείν», όπως η άρση γραφειοκρατικών και άλλων εμποδίων, η απομείωση της φορολογίας και η ταχύτητα απονομής δικαιοσύνης συνιστούν λόγους ελκυστικούς για εγχώριους και ξένους επενδυτές, αρκεί βεβαίως να εντάσσονται σε ένα γενικό πλαίσιο στρατηγικού προσανατολισμού και οριοθετημένων στόχων.

* Ο δρ Αντώνης Ζαΐρης είναι αντιπρόεδρος ΣΕΛΠΕ, μέλος της Ενωσης Αμερικανών Οικονομολόγων (ΑΕΑ).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ