ΚΟΣΜΟΣ

Ο σοβιετικός στόλος στη Μεσόγειο

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΧΟΥΡΧΟΥΛΗΣ*

Ελικοπτεροφόρο κλάσης «Μόσκβα». Τα νέα σκάφη του σοβιετικού πολεμικού ναυτικού καταδείκνυαν τον νέο δυναμισμό της πολιτικής του Κρεμλίνου, που επιζητούσε την επέκταση της επιρροής του σε πρόσθετες περιοχές του πλανήτη. Το ίδιο το «Μόσκβα» κατέβηκε στη Μεσόγειο στα τέλη της δεκαετίας του 1960.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Την επαύριον της λήξης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το σοβιετικό ναυτικό, το οποίο είχε διαδραματίσει ελάχιστο ρόλο στην τιτάνια πολεμική προσπάθεια της χώρας, αποτελούσε μια αριθμητικά μέτρια και εν πολλοίς μη αξιόμαχη δύναμη. Ωστόσο, τα διδάγματα των ναυτικών επιχειρήσεων σε Ατλαντικό και Ειρηνικό (και κυρίως ο υποβρυχιακός πόλεμος) δεν πέρασαν απαρατήρητα από τη σοβιετική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία. Παρότι στην πρώτη μεταπολεμική περίοδο προτεραιότητα δόθηκε στην περαιτέρω ενίσχυση του Κόκκινου Στρατού, της αεροπορίας και αεράμυνας, αλλά και στην ανάπτυξη του πυρηνικού οπλοστασίου, ένα από τα σημαντικότερα εξοπλιστικά προγράμματα της Σοβιετικής Ενωσης υπήρξε η συγκρότηση ισχυρότατου στόλου ποντοπόρων υποβρυχίων ικανών να παρενοχλήσουν τις γραμμές θαλάσσιων επικοινωνιών του ΝΑΤΟ σε περίπτωση πολέμου. Εως τα μέσα της δεκαετίας του 1950 το σοβιετικό ναυτικό διέθετε περίπου τριακόσια υποβρύχια, ενώ έως το 1960 περίπου 430. Εκτοτε, με την ανάπτυξη της πυρηνικής πρόωσης και των εκτοξευόμενων από υποβρύχια βαλλιστικών πυραύλων, έμφαση δόθηκε στην ποιοτική αναβάθμιση του υποβρυχιακού στόλου. Παράλληλα, είχε ήδη ξεκινήσει και ένα φιλόδοξο πρόγραμμα ναυπήγησης ισχυρότατου στόλου επιφανείας. Εκείνο το πρόγραμμα έλαβε περαιτέρω ώθηση μετά το 1962, καθώς η Κρίση των Πυραύλων της Κούβας κατέδειξε την αδυναμία αξιόπιστης προβολής σοβιετικής ισχύος σε γεωγραφικές περιοχές που δεν βρίσκονταν εγγύς των συνόρων της Σοβιετικής Ενωσης και του Συμφώνου της Βαρσοβίας.

Σε αναζήτηση βάσης για «απάντηση» στον 6ο Στόλο

Μέχρι το 1958, η σοβιετική ναυτική παρουσία στη Μεσόγειο υπήρξε εξαιρετικά περιορισμένη και ασυνεχής και περιελάμβανε κυρίως τη διέλευση πλοίων από τους σοβιετικούς στόλους της Βαλτικής και της Μαύρης Θάλασσας. Ωστόσο, στις αρχές του 1958 υπογράφηκε συμφωνία ανάμεσα στη Σοβιετική Ενωση και στην Αλβανία που προέβλεπε την κατασκευή ναυτικής εγκατάστασης στην Αυλώνα, η οποία θα χρησιμοποιείτο ως μόνιμη επιχειρησιακή βάση για τα σοβιετικά υποβρύχια. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1950, επιχειρούσαν από εκείνη τη βάση έως και δώδεκα σοβιετικά υποβρύχια (τα οποία αποτέλεσαν τον πρώτο μόνιμο σοβιετικό ναυτικό στολίσκο στη Μεσόγειο), συχνά με την υποστήριξη μονάδων επιφανείας από τον στόλο της Μαύρης Θάλασσας (ή και εκείνους της Βαλτικής και της Βόρειας Θάλασσας). Η πρώτη άξια λόγου σοβιετική ναυτική άσκηση στη Μεσόγειο έλαβε χώρα στα ανοικτά της βάσης της Αυλώνας το 1960.

Τεχνητά αγκυροβόλια

Ωστόσο, το 1961, ως άμεση συνέπεια της οριστικής ρήξης Μόσχας - Πεκίνου, επιδεινώθηκαν ραγδαία και οι σχέσεις Μόσχας - Τιράνων, αφού η αλβανική ηγεσία επέλεξε να ταχθεί στο πλευρό των Κινέζων κομμουνιστών. Αποτέλεσμα αυτού υπήρξε η διακοπή λειτουργίας της σοβιετικής βάσης στην Αυλώνα και η αδυναμία διατήρησης μιας ισχυρής σοβιετικής ναυτικής παρουσίας στη Μεσόγειο σε μόνιμη βάση. Ετσι, η σοβιετική ναυτική παρουσία στη Μεσόγειο μειώθηκε αισθητά κατά την τριετία 1961-1963 και άρχισε σταδιακά να αυξάνεται από το 1964, όταν οι Σοβιετικοί εγκαινίασαν τη μερική χρήση τεχνητών αγκυροβολίων στα ανοικτά των ακτών (στα ανοικτά της Τυνησίας, στα ανατολικά της Μάλτας, αλλά και κοντά στα Κύθηρα). Η πρακτική αυτή επεκτάθηκε και τελειοποιήθηκε με τον καιρό, αν και τα τεχνητά αγκυροβόλια-βάσεις μπορούσαν να χρησιμεύσουν πρωτίστως για τον ανεφοδιασμό των πλοίων και τη διενέργεια εργασιών συντήρησης περιορισμένης έκτασης. Δεν ήταν όμως δυνατό να υποκαταστήσουν τις μόνιμες βάσεις και λιμενικές εγκαταστάσεις στη στεριά, η ύπαρξη των οποίων συνιστά, παγίως, απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου μια ισχυρή ναυτική δύναμη να δύναται να εξορμά για επιχειρήσεις για μακρύ χρονικό διάστημα.

Τα κίνητρα

Ποια ήταν όμως τα κίνητρα πίσω από την επιθυμία της σοβιετικής ηγεσίας να αναπτύξει μια ισχυρή μόνιμη ναυτική παρουσία στη Μεσόγειο, ιδίως κατά τη δεκαετία του 1960; Πρώτον, το Κρεμλίνο ήθελε να στείλει ένα σαφές μήνυμα ότι η Μεσόγειος Θάλασσα πλέον δεν θα αποτελούσε χώρο ανεξέλεγκτου ελέγχου και επιρροής των ΗΠΑ και συνολικά της Δύσης και ότι και η Σοβιετική Ενωση είχε δικαιώματα και συμφέροντα στην περιοχή. Ακόμα, πάγια σοβιετική επιδίωξη υπήρξε η εξισορρόπηση της ισχύος του αμερικανικού 6ου Στόλου, που από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 αποτελούσε μακράν την ισχυρότερη ναυτική δύναμη στη Μεσόγειο και το «μακρύ χέρι» των ΗΠΑ (και σε περίπτωση κρίσης ή σύρραξης και του ΝΑΤΟ) στην ευρύτερη περιοχή. Δεν πρέπει επίσης να λησμονείται ότι, ιδίως από το 1963, όταν και άρχισαν να περιπολούν στη Μεσόγειο τα πρώτα αμερικανικά υποβρύχια πυρηνικών βαλλιστικών πυραύλων Polaris, ήταν επιτακτική ανάγκη για τη Σοβιετική Ενωση να αναπτύξει μια ισχυρή ναυτική δύναμη στην περιοχή, ως γραμμή προωθημένης άμυνας/αποτροπής ικανής να αντιμετωπίσει αυτή την απειλή που μπορούσε να πλήξει ακόμα και το έδαφος της ίδιας της Σοβιετικής Ενωσης.

Επιπλέον, η συγκρότηση μιας ισχυρής, μόνιμης σοβιετικής ναυτικής δύναμης στη Μεσόγειο θα προκαλούσε σημαντικές περιπλοκές στη χάραξη και εφαρμογή της στρατηγικής των ΗΠΑ (και του ΝΑΤΟ) στην ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή. Από την άλλη πλευρά, θα ενίσχυε το κύρος της Σοβιετικής Ενωσης, ιδίως μεταξύ των «προοδευτικών», αντιδυτικών καθεστώτων της περιοχής (όπως της Αιγύπτου ή της Συρίας), όπως και τον έλεγχο που θα μπορούσε να ασκήσει το Κρεμλίνο στα καθεστώτα αυτά, με τα οποία είχε ήδη εγκαινιαστεί πολυεπίπεδη, αλλά όχι και ανέφελη συνεργασία. Σε εκείνο το στάδιο, απόπειρες της σοβιετικής ηγεσίας –προεξάρχοντος του επικεφαλής του σοβιετικού ναυτικού, ναυάρχου Σεργκέι Γκορσκόφ– να χρησιμοποιηθεί η παροχή στρατιωτικής και άλλης βοήθειας ως δέλεαρ, προκειμένου να εξασφαλιστεί η πλήρης ελευθερία κινήσεων των σοβιετικών πλοίων στους λιμένες της Αιγύπτου, δεν ευοδώθηκαν. Παράλληλα, το Κρεμλίνο προσπαθούσε να προωθήσει και τη ναυτική συνεργασία μεταξύ Σοβιετικής Ενωσης και Γιουγκοσλαβίας (με μάλλον πενιχρά αποτελέσματα).

Καθοριστικό γεγονός ο πόλεμος των Εξι Ημερών

Η πρώτη –κατακόρυφη– αύξηση της σοβιετικής ναυτικής παρουσίας στη Μεσόγειο έλαβε χώρα κατά τις παραμονές της έκρηξης και κυρίως την επαύριον του πολέμου των Εξι Ημερών (5-10 Ιουνίου 1967). Ηδη από τον Μάιο του 1967, ενώ η ένταση μεταξύ του Ισραήλ, της Συρίας και της Αιγύπτου κλιμακωνόταν, οι Σοβιετικοί ενίσχυσαν σημαντικά τις ναυτικές τους δυνάμεις στη Μεσόγειο σε μια απόπειρα να ενισχύσουν τον ρόλο τους στην περιοχή και να αποτρέψουν αμερικανική συνδρομή στο Ισραήλ ή ισραηλινές επιδρομές στις αιγυπτιακές ναυτικές εγκαταστάσεις. Ο πόλεμος των Εξι Ημερών, πέρα από τις κοσμογονικές αλλαγές που επέφερε στη Μέση Ανατολή συνολικά και ειδικότερα στον ρου της αραβοϊσραηλινής σύγκρουσης, αποτέλεσε σημείο καμπής και για τη σοβιετική ναυτική στρατηγική στη Μεσόγειο.

Αφενός, υπήρξε η πρώτη περίπτωση που η Σοβιετική Ενωση παρέταξε έναν ισχυρό στόλο επιφανείας (μαζί με υποβρύχια) στην περιοχή. Αφετέρου, επίσης για πρώτη φορά, αυτή η ναυτική δύναμη παρεμπόδισε σε ικανοποιητικό βαθμό τις κινήσεις του αμερικανικού 6ου Στόλου, μέχρι τότε αδιαφιλονίκητου κυρίαρχου της Μεσογείου. Λίγες ημέρες μετά τη λήξη του πολέμου, το Πολίτμπιρο αποφάσισε τη συγκρότηση μιας ναυτικής μοίρας που θα επιχειρούσε σε μόνιμη βάση στη Μεσόγειο. Η δύναμη αυτή ονομάστηκε Πέμπτη Εσκάντρα (πέμπτη ναυτική μοίρα).

Πολιτική επιρροή

Βέβαια, η ισχυρή σοβιετική ναυτική παρουσία δεν εμπόδισε τη συντριβή των Αράβων (Αιγύπτου, Συρίας, Ιορδανίας) από το Ισραήλ. Ομως, οι συνέπειες αυτής ακριβώς της ταπεινωτικής ήττας άνοιξε τον δρόμο –τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα– σε ακόμα μεγαλύτερη ενίσχυση της σοβιετικής ναυτικής παρουσίας στη Μεσόγειο και αύξηση της πολιτικής-διπλωματικής επιρροής της Μόσχας στην περιοχή της Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής. Τα καθεστώτα της Συρίας και της Αιγύπτου, έχοντας άμεση ανάγκη επανεξοπλισμού ώστε να αντιμετωπίσουν εκ νέου το Ισραήλ, δεν είχαν άλλη επιλογή από το να ενδώσουν στις σοβιετικές πιέσεις και να παραχωρήσουν εκτεταμένες διευκολύνσεις στον σοβιετικό στόλο για ελλιμενισμό, επισκευές και άλλες εργασίες συντήρησης και λογιστικής υποστήριξης. Μόσχα και Κάιρο υπέγραψαν σχετική συμφωνία το 1968. Ιδίως η παραχώρηση άδειας χρήσης των ναυτικών και αεροπορικών εγκαταστάσεων της Αιγύπτου υπήρξε πάγιος σοβιετικός στόχος, λόγω της γεωγραφικής θέσης της χώρας αλλά και του ειδικού πολιτικού βάρους και του κύρους που απολάμβανε το κράτος αυτό και ο ηγέτης του, Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ, στον Τρίτο Κόσμο, και ιδίως στα αραβικά κράτη. Ετσι, την άνοιξη του 1968 απεστάλησαν στην Αίγυπτο και ξεκίνησαν τις πρώτες τους αποστολές (κυρίως αναγνωριστικές πτήσεις πάνω από μονάδες του 6ου Στόλου) σοβιετικά βομβαρδιστικά της ναυτικής αεροπορίας Tu-16, ικανά να φέρουν και πυραύλους αέρος-επιφανείας. Τα αεροσκάφη αυτά έφεραν διακριτικά της αιγυπτιακής αεροπορίας, αλλά βέβαια οι χειριστές τους ήταν Σοβιετικοί πιλότοι και παρέμεναν υπό σοβιετικό έλεγχο και διοίκηση. Μάλιστα, τα αμέσως επόμενα έτη, εξαιτίας των συνεχιζόμενων εχθροπραξιών χαμηλής έντασης ανάμεσα στην Αίγυπτο και στο Ισραήλ (τον λεγόμενο πόλεμο της Φθοράς του 1969-70), η Σοβιετική Ενωση θα αυξήσει περαιτέρω τη στρατιωτική της παρουσία στην Αίγυπτο, με την αποστολή εξελιγμένων συστημάτων αεράμυνας και του ανάλογου προσωπικού, αλλά και μαχητικών αεροσκαφών με σοβιετικούς πιλότους. Η ισχυροποίηση (και πλέον μονιμοποίηση) της σοβιετικής ναυτικής παρουσίας στην Ανατολική Μεσόγειο, και μάλιστα με αεροπορική υποστήριξη, αποτέλεσε έναν νέο σημαντικό πονοκέφαλο για τον στρατιωτικό σχεδιασμό των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, που αποτυπώθηκε και σε πληθώρα εγγράφων της εποχής.

Κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1970 η Πέμπτη Εσκάντρα αποτελείτο κατά μέσον όρο από 30-35 μονάδες επιφανείας και περίπου δέκα υποβρύχια, με δυνατότητες άμεσης ενίσχυσης από πλοία του στόλου Μαύρης Θάλασσας. Ο ναύαρχος Γκορσκόφ είχε διακηρύξει ότι «η προστασία αδελφικών και ειρηνόφιλων λαών του αραβικού κόσμου αποτελεί ιερή αποστολή του σοβιετικού ναυτικού». Χάρη στη χορήγηση δικαιώματος χρήσης των εγκαταστάσεων στην Αλεξάνδρεια, τη Μέρσα Ματρούχ και το Πορτ Σάιντ της Αιγύπτου και τη Λαττάκεια στη Συρία, ο σοβιετικός στόλος Μεσογείου παρουσίασε αριθμητική ενίσχυση της τάξεως του 300% μεταξύ 1966/67 και 1971 και μπορούσε να αποτελέσει αξιόπιστο εργαλείο της σοβιετικής διπλωματίας σε καιρό ειρήνης και κρίσης, καθώς και αδιάψευστο μάρτυρα της σοβιετικής παρουσίας και επιρροής στην ευρύτερη περιοχή. Οπως αποδείχθηκε, πάντως, κατά τα επόμενα έτη, οι δυνατότητες ουσιαστικής (δηλαδή δυναμικής) παρέμβασης της Πέμπτης Εσκάντρα, σε περίπτωση μείζονος αραβοϊσραηλινής σύγκρουσης ή αμερικανικής στρατιωτικής επέμβασης στην περιοχή, εξακολουθούσαν να παραμένουν περιορισμένες.

* Ο κ. Διονύσης Χουρχούλης διδάσκει Σύγχρονη Ιστορία στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ