ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ο Μπάφετ έδειξε ότι οι ασφαλείς επενδύσεις είναι και κερδοφόρες

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο Γουόρεν Μπάφετ κέρδισε το στοίχημα που έβαλε πριν από 10 χρόνια, αποδεικνύοντας ότι οι υψηλές προμήθειες που χρεώνουν οι διαχειριστές των hedge funds δεν συνεπάγονται απαραιτήτως υψηλά κέρδη για τους πελάτες. Ο μοναδικός διαχειριστής από τον κλάδο των hedge funds, ή κεφαλαίων αντιστάθμισης κινδύνου, που δέχθηκε την πρόκληση του κ. Μπάφετ είναι ο Τεντ Σιντς της Protege Partners, ο οποίος αποδέχθηκε την ήττα του για το στοίχημα ενός εκατομμυρίου δολαρίων που έβαλε. «Το παιχνίδι τελείωσε. Ενα εκατομμύριο δολάρια θα δοθεί στη φιλανθρωπική οργάνωση Girls Inc. of Omaha», δήλωσε ο κ. Σιντς, που ήταν διατεθειμένος να ανταγωνιστεί τον γκουρού των αγορών Γουόρεν Μπάφετ.

Αντικείμενο του στοιχήματος ήταν να διαπιστωθεί αν ένα απλό κεφάλαιο που επενδύει στην άνοδο ή την πτώση ενός χρηματιστηριακού δείκτη (index fund), μια κατηγορία επενδυτικών προϊόντων με πολύ χαμηλό κόστος διαχείρισης, μπορεί να ανταγωνιστεί τα κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου που χρεώνουν προμήθειες από 20% έως και 50% επί των κερδών, διότι υπόσχονται διψήφιες αποδόσεις σε βάθος χρόνου. Ο κ. Μπάφετ κατάφερε με ένα απλό index fund της Vanguard, το οποίο ήταν επενδυμένο στον αμερικανικό χρηματιστηριακό δείκτη S&P 500, να εξασφαλίσει αποδόσεις 7% από το 2008 έως το α΄ εξάμηνο του 2017. Από την άλλη πλευρά, ο μέσος όρος των αποδόσεων πέντε fund of funds, το καθένα από τα οποία ενσωματώνει κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου, περιορίστηκε την ίδια περίοδο στο 2,2%. Το συμπέρασμα που προκύπτει από το στοίχημα του κ. Μπάφετ είναι ότι οι ενεργητικοί επενδυτές δεν βγαίνουν πάντοτε περισσότερο ωφελημένοι από τους παθητικούς επενδυτές που κάνουν μια ασφαλή τοποθέτηση σε ένα επενδυτικό προϊόν. Και ο κ. Μπάφετ καταλήγει στο ότι οι επενδυτές, κατά μέσον όρο και σε βάθος χρόνου, θα έχουν καλύτερες αποδόσεις με τοποθετήσεις σε ένα κεφάλαιο δεικτών (index fund) με χαμηλό κόστος διαχείρισης από ένα σύνολο fund of funds.

Τα πέντε funds που επέλεξε ο κ. Σιντς είχαν επενδύσει σε περισσότερα από 100 κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου, κάτι που σημαίνει ότι «η συνολική απόδοση δεν θα επηρεαζόταν από τα αποτελέσματα, ικανοποιητικά ή μη, ενός μοναδικού διαχειριστή», όπως επισημαίνει στο αναλυτικό σημείωμά του ο κ. Μπάφετ, όπου εξηγεί το σκεπτικό του στοιχήματος του ενός εκατ. δολαρίων. Η επένδυση ενός εκατ. δολαρίων στα πέντε fund of funds απέφερε κέρδη 220.000 δολαρίων από το 2008 μέχρι το 2016, ενώ το κεφάλαιο δεικτών της Vanguard, επενδυμένο απλώς και μόνον στον αμερικανικό δείκτη S&P 500, εμφάνισε αποδόσεις 854.000 δολαρίων. Αξίζει να τονιστεί ότι το κόστος διαχείρισης ενός τυπικού index fund περιορίζεται στο 0,02% του κεφαλαίου.

Σε εκτενή ανάλυση του Ινστιτούτου Αμερικανικής Επιχειρηματικότητας (American Enterprise Institute) επισημαίνεται ότι η ετήσια απόδοση του αμερικανικού χρηματιστηριακού δείκτη S&P 500 από τις αρχές του 2008 έως τον Αύγουστο του 2017 κινήθηκε κατά μέσον όρο στο 7,8%, δηλαδή ήταν υπερδιπλάσια της αντίστοιχης απόδοσης του δείκτη αναφοράς των hedge funds που έχει συνθέσει η βρετανική τράπεζα Barclays.

Ο κ. Μπάφετ τονίζει στο προαναφερόμενο αναλυτικό σημείωμα για το στοίχημα του ενός εκατ. δολαρίων, ότι οι απαιτητικοί πελάτες που στρέφονται στους ειδήμονες των επενδύσεων, τελικά, βρίσκονται σε δυσμενέστερη θέση, διότι επιβαρύνονται με τεράστιες προμήθειες συγκριτικά με το αν επένδυαν τα χρήματά τους σε ένα απλό κεφάλαιο δεικτών. Παρακάτω στο ίδιο σημείωμα, ο κ. Μπάφετ σχολιάζει ότι «εξάλλου, αυτοί οι διαχειριστές παρότρυναν άλλους να στοιχηματίσουν δισ. δολάρια στις ικανότητές τους. Γιατί να φοβάται κανείς να επενδύσει τα χρήματά του;». Σύμφωνα με τους όρους του στοιχήματος του γκουρού της Wall Street, οι αποδόσεις του χαρτοφυλακίου των fund of funds, τα οποία, όπως προαναφέραμε, περιλαμβάνουν πάνω από 100 κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου, αξιολογήθηκαν άνευ των προμηθειών, του κόστους διαχείρισης και όλων των υπόλοιπων δαπανών.

Η Vanguard είναι μια επενδυτική εταιρεία που διαχειρίζεται κεφάλαια άνω των 3 τρισ. δολαρίων, προσφέροντας αμοιβαία κεφάλαια, διαπραγματεύσιμα αμοιβαία ή συνταξιοδοτικά προγράμματα σε ιδιώτες ή και θεσμικούς επενδυτές. Τα κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου χρεώνουν προμήθειες έως και 2% για τη διαχείριση, αλλά επιβάλλουν, παράλληλα, προμήθειες 20% με 50% για τα κέρδη των τοποθετήσεων. Τα κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου έχουν το προτέρημα να πραγματοποιούν τοποθετήσεις σε διάφορες αγορές, αποκομίζοντας κέρδη ακόμα και από την πτώση των αξιών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ