Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

«Εγώ καλά σου τα ’λεγα...»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Γ​​ια ένα από τα μικρής διάρκειας βαλαντωμένα σουξέ έγραφα εδώ την περασμένη Κυριακή, το «Ξημερώματα δίνεις δικαιώματα». Αφορμή η εκλεκτή τύχη του ν’ ακουστεί και στη «Hartwall Arena» του Ελσίνκι, σαν εισαγωγή στα παιχνίδια της εθνικής μας του μπάσκετ. Η υπόθεσή μου είναι ότι το κύριο δέλεαρ του τραγουδιού είναι ο ύμνος στην ελευθερία τού εγώ που συνθέτουν οι δύο τελευταίοι στίχοι της καταληκτικής στροφής του: «Πόσα, πόσα έκανα εγώ για να σε έχω, / όλα αυτά τελειώσανε, δεν το αντέχω. / Πρέπει να κοιτάξω λίγο και τον εαυτό μου, / πάνω απ’ όλα βάζω τον εγωισμό μου».

«Το παλικάρι έχει καημό και πληγωμένο το εγώ» ξεφυτρώνει αυτόματα το στιχάκι στο μισό μυαλό μου, ενώ το υπόλοιπο μισό υπολογίζει ότι την προτροπή «να κοιτάς λίγο και τον εαυτό σου» πρέπει να την έχουμε ακούσει μάλλον όλοι αμέτρητες φορές, από την εφηβεία μας κι έπειτα. Και όχι μονάχα από την «Ελληνίδα μάνα» μας, που δεν είμαι βέβαιος αν την τιμάμε ή την ειρωνευόμαστε όταν χρησιμοποιούμε το συγκεκριμένο ζευγάρι λέξεων για να τη ζωγραφίσουμε. Κι άλλοι, συγγενείς και φίλοι, μεριμνούσαν να μας θυμίσουν τις υποχρεώσεις μας προς τον εαυτό μας, όταν μας έβλεπαν τσακισμένους, από ματαιωμένο έρωτα λ.χ., από ρίξιμο στη δουλειά, πραγματικό ή φανταστικό, από συγγενική αδικία ή «αδικία» κτλ. Δεν λέω πως είναι οπωσδήποτε κακή η παραίνεση αυτή. Κακή γίνεται όταν το επίρρημα «λίγο» αναβαθμίζεται σε «πολύ» ή, τρισχειρότερα, σε «μόνο». Κι αυτό δεν είναι σπάνιο.

Τα παιχνίδια της εθνικής τα παρακολούθησα, έστω κι αν παίζαμε δίχως τον Γιάννη Αντετοκούνμπο, που τον περιμέναμε όλοι μας εναγωνίως (πλην λακεδαιμονοφίλων, των τάχα λακεδαιμονόφιλων της «Χρυσής Αυγής» δηλαδή). Παρακολούθησα επίσης μεγάλο μέρος του διαλόγου (ο Θεός να τον κάνει, μα τι να πρωτοκάνει κι αυτός), όπως αναπτύχθηκε στον Τύπο και το Διαδίκτυο: για τους Αντετοκούνμπο, τον Μίσσα, τον Σλούκα, τον Καλάθη, τον Παππά, τον Παπανικολάου, τον Παπαπέτρου, και βέβαια για τον ακλόνητο βασιλιά Βασιλακόπουλο. Δεν διάβαζα μόνο τις ενυπόγραφες γνώμες των ανταποκριτών και των εδώ σχολιαστών, αλλά και τις απόψεις που διατυπώνονταν στο Διαδίκτυο –ανώνυμα, ψευδώνυμα και σπανιότατα με ονοματεπώνυμο– κάτω από την περιγραφή ενός αγώνα ή κάτω από μια δημοσιογραφική γνώμη.

Είναι ένα καινούργιο άθλημα αυτό. Των τελευταίων χρόνων. Να συμμετέχουμε (έστω σε επίπεδο ψευδαισθήσεων και εξ αποστάσεως) σε ένα γεγονός την ώρα ακριβώς που εκτυλίσσεται, είτε για αθλητική συνάντηση πρόκειται είτε για πολιτική συγκέντρωση, διαδήλωση, το «Σαρβάιβορ», τη Γιουροβίζιον. Να γράφουμε και να ξαναγράφουμε εν θερμώ για να κρίνουμε τους πρωταγωνιστές, παίχτες, πολιτικούς, καλλιτέχνες, τον «λαό» κτλ. Για να τους επαινέσουμε ή, πολύ πιο συνηθισμένο, για να τους ειρωνευτούμε, να τσακωθούμε με όσους τους υποστηρίζουν, να γλιστρήσουμε ηδονικά στο βρισίδι, τουλάχιστον στις ιστοσελίδες που δεν έχουν κόφτη βωμολοχιών, και φυσικά στο τουίτερ μας και στον ιδιωτικό μας «τοίχο», όπου άλλος «λογοκριτής» από την ευγένεια και την ωριμότητά μας δεν μπορεί να παρέμβει.

Γράφουμε βίαια (τμήμα της βίας μας ασκείται στην ίδια τη συχνά άναρθρη γλώσσα και τη λαθόπληκτη γραφή μας), σαν να θέλουμε να δώσουμε υλικό περιεχόμενο σε ένα τραγούδι του Ακη Πάνου που το πρωτακούσαμε το 1982, να το λέει ο Γιώργος Νταλάρας. Το «Θέλω να τα πω». Αυτό το «θέλω να τα πω», ή «αφήστε με να τους τα σούρω επιτέλους», το ζούμε και το φωνάζουμε σαν όνομα μιας απολύτως νόμιμης και λογικής αξίωσης, και όχι απλώς μιας επιθυμίας. Αυτό ορίζει πολύ συχνά τη συμπεριφορά μας, κάνοντάς την επιθετική. Ιδίως όταν νιώθουμε αδικημένοι από τους πάντες, πράγμα που επίσης δεν σπανίζει, από καταβολής του ελληνικού κόσμου.

Οποια κι αν είναι η αφορμή της ψηφιακής συζήτησης, όποιο γεγονός κι αν κρίνουμε αγχωδώς ενόσω ξεδιπλώνεται, καταλήγουμε να πολιτικολογούμε και να ερίζουμε, ανασύροντας το ένα μετά το άλλο τα κλισέ του φανατισμού μας. Στο μετερίζι του ο καθείς, για ένα είναι σίγουρος: πως όλο το δίκιο είναι δικό του. Στο τεράστιο ψηφιακό καφενείο, όπου οι αταύτιστες σκιές προσπαθούν όχι τόσο να συνομιλήσουν όσο να επιβληθούν ακόμα και διά των ύβρεων, δεν υπάρχει η δυνατότητα του συμφιλιωτικού κεράσματος όταν τα πράγματα πάνε να ξεφύγουν, όπως συμβαίνει στα πραγματικά καφενεία, όπου δυο τσιπουράκια λειτουργούν πυροσβεστικά παρά την αλκοόλη τους. Και μένουν έτσι όλοι τσαντισμένοι στο τέλος, εκτός από δικαιωμένοι. Και μεταφέρουν τον θυμό τους και στον επόμενο διαδικτυακό διάλογο, μπορεί όμως και στην οικογένειά τους ή στην πραγματική παρέα τους.

Παρακολουθώντας λοιπόν τον διαδικτυακό και εφημεριδογραφικό καβγά για την Εθνική, έφτασα το συμπέρασμα ότι το τραγούδι που μας εκφράζει αυθεντικά, και είναι ένα σουξέ διαρκείας έστω κι αν το τραγουδάμε από μέσα μας, είναι κάποιο άλλο του Ακη Πάνου, παλιότερο, του 1972. Το «Εγώ καλά σου τα ’λεγα», που το τραγούδησε ο Στράτος Διονυσίου. Θυμίζω την πρώτη στροφή: «Εγώ καλά σου τα ’λεγα / και τ’ άκουγες παράλογα. / Περπάτησε ανάλογα. / Θυμάσαι που σου τά ’λεγα; / Εγώ καλά σου τα ’λεγα». Ποιος λίγο ποιος πολύ, οι περισσότεροί μας (των πολιτικών μας συμπεριλαμβανομένων, που κι αυτοί έχουν πάντα δίκιο), φερόμαστε σαν σταλεγάκηδες: «Σας τα ’λεγα εγώ, αλλά εσείς, κεφάλια αγύριστα, δεν μ’ ακούγατε». Λέμε δύο εντελώς αντίθετα πράγματα μέσα σε μία ώρα ή μία μέρα; Ε και;

Εχουμε δίκιο και την πρώτη φορά και τη δεύτερη. Χάνει η Εθνική από τη Γαλλία ή τη Φινλανδία; Χλευάζουμε ενυπογράφως τον Κώστα Μίσσα, τον οποίο την προπροηγουμένη τον εκθειάζαμε σαν καλό ψυχολόγο, ενημερωμένο μπασκετικά κτλ. Νικάει η Εθνική; «Εμ δε μ’ ακούγατε, στον αέρα το ’λεγα πως ο Μίσσας είναι γάτα». Ξαναχάνει η Εθνική; «Δεν σας τα ’λεγα εγώ; Ποιος Μίσσας τώρα. Ούτε για των παίδων πια». Κερδίζει η Ελλάδα τη Λιθουανία; «Γεια σου ρε μάστορα Μίσσα. Διάβασες το παιχνίδι τους και τα ’πες χαρτί και καλαμάρι στα παιδιά. Δεν τα ’λεγα εγώ;»

Βεβαίως και μας τα ’λεγε. Αλλά επειδή κι εμείς του τα λέγαμε την ίδια στιγμή, εξίσου ισχυρογνώμονες, αλλά χαμαιλεοντικά ισχυρογνώμονες, δεν άκουσε ο ένας τον άλλον. Ισως δεν ήθελε κανείς ν’ ακούσει κανέναν.

Αριθμητικό υστερόγραφο: Οιονεί εθνικός ύμνος, ισχυρίζομαι, το «Εγώ καλά σου τα ’λεγα», όμως στο γιουτιούμπ το βρίσκω με μόλις 4.680 views στο ένα ανεβασμένο φιλμάκι του κι άλλα 4.080 στο δεύτερο. Το «Ξημερώματα», που καλύπτει φιλμικά τα ποικίλα κενά του με προκλητικό γυμνό; 20.308.592 views! Δεν μπορεί, λέω, λάθος θα ’ναι. Το τσεκάρω την επομένη: 20.455.076! Θα φταίω κι εγώ, που πρόσθεσα 4 - 5 χτυπήματα στη δόξα τους.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ