ΕΛΛΑΔΑ

Η μολυσμένη μας θάλασσα

ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Ας πονέσουμε γι’ αυτήν την καταστροφή στον Σαρωνικό. Ας πονέσουμε κοιτώντας τον εαυτό μας στον καθρέφτη. Η κηλίδα είναι ήδη μέσα μας. Και εμείς δεν βλέπουμε.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Γ​​υρίσαμε όλοι. Αλλοι έφυγαν πολύ, άλλοι λίγο, άλλοι καθόλου, για όλους τους ανθρώπους όμως αυτής της χώρας ο Αύγουστος έχει την ατμόσφαιρα της διακοπής. Κάτι διακόπτεται, κάτι μπαίνει σε αναμονή, κάτι παρατείνεται, κάτι αναβάλλεται, ο ήλιος βάζει άλλες προτεραιότητες στον ανθρώπινο ψυχισμό.

Είναι εμφανές, πλέον, με το τέλος του Σεπτεμβρίου ότι οι άνθρωποι ξαναβρήκαν τον ρυθμό τους. Τα σχολεία, οι δουλειές, η σχέση με τα πρακτικά, η ανάγκη επιβολής μιας κανονικότητας, τα σχέδια για το παρόν και το μέλλον, αλλά και οι επαναλήψεις, οι ματαιώσεις, η επαναφορά σε γνώριμα μοτίβα αποκαλύπτουν και αναδεικνύουν τη φύση μας, αυτό που πάντα ήμασταν, ακόμα και αν λίγο διακόπηκε, αναβλήθηκε ή ωραιοποιήθηκε κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών. Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του, λέει ο λαός και, ως γνωστόν, οι παροιμίες διατηρούν τη σοφία τους.

Δυστυχώς, με την επιστροφή μας συνέβη μία από τις μεγαλύτερες φυσικές καταστροφές στο αττικό τοπίο. Η πετρελαιοκηλίδα, που ανοίγει τα πλοκάμια της μέρα με τη μέρα στα νερά της Αττικής και των γύρω περιοχών, δίνει ένα συμβολικό νόημα για την επιστροφή μας.

Θολώνω τα νερά, μολύνω την πηγή ζωής, διαχέομαι τοξικά στην ατμόσφαιρα, αποπροσανατολίζω, λιμνάζω, καταστρέφω, αποποιούμαι την ευθύνη, εγκαταλείπω, αδιαφορώ, είναι ρήματα που θα μπορούσαν να συνδεθούν με αυτή τη φυσική καταστροφή. Είναι ρήματα που δεν αφορούν μόνο στο πετρέλαιο, αλλά σε ψυχικές εκφράσεις που τις συναντάμε καθημερινά, άσχετα με το αν είναι ορατή τόσο πολύ η δική μας μόλυνση.

Το πετρέλαιο όταν διαχέεται στη θάλασσα έχει τη δυσκολία να διαλυθεί. Αργά και βασανιστικά σέρνεται και μεταφέρεται στο νερό, διατηρώντας την αρχική του σύσταση, μολύνοντας σε βάθος το υδάτινο στοιχείο, χωρίς να μπορεί να εξαφανιστεί εντελώς. Εχει τη δύναμη να θολώνει, να απομακρύνει τη διαύγεια, να προκαλεί την καταστροφή σε βάθος χρόνων.

Σκέφτομαι ότι η χώρα βρίσκεται εδώ και πολλά χρόνια βουτηγμένη μέσα σε μια πετρελαιοκηλίδα. Δεν μας αξίζει να γίνεται πραγματικότητα, αλλά συμβολικά είμαστε μολυσμένοι. Βγαίνει κάτι από τα έγκατά μας, και αυτό είναι μολυσμένο. Οπως μολυσμένος ήταν και ο Οιδίποδας, ο τραγικός ήρωας του Σοφοκλή. Η μόλυνσή του αφορούσε στην αδυναμία του να δει. Να δει πραγματικά ποιος είναι, από πού έρχεται, να αντιληφθεί εγκαίρως τις επιλογές του και να μην προβεί σε ανόσιες πράξεις, εξαιτίας της δίνης της αλαζονείας. Ο Οιδίποδας έπρεπε να τυφλωθεί για να αναφωνήσει ότι σε όλη του τη ζωή υπήρξε τυφλός στα αυτιά, στον νου, στα μάτια. Επρεπε να συντριβεί για να γειωθεί στην πραγματικότητα.

Να είσαι τυφλός ενώ βλέπεις. Να νομίζεις ότι βλέπεις. Να επιλέγεις ανθρώπους, να ψηφίζεις, να σχετίζεσαι, να αγαπάς, να μεγαλώνεις παιδιά, να χωρίζεις, να τσακώνεσαι, να κλείνεις κεφάλαια στη ζωή σου, να νομίζεις ότι ανοίγεις άλλα, να μιλάς, να διαχέεις την ύπαρξή σου, να πιάνεις χώρο, και όλα αυτά νομίζοντας ότι η θάλασσά σου είναι διαυγής. Και να που η πετρελαιοκηλίδα επιστρέφει. Γιατί δεν ξέρεις από πού έρχεσαι. Ποια είναι η οικογενειακή κληρονομιά σου, τι κουβαλάς, τι μεταφέρεις μέσα στον χρόνο, τι ανείπωτο δεν ειπώθηκε, τι τοξικό σε τάιζαν στο σπίτι σου, τι νιώθεις ενώ δεν νιώθεις.

Να είσαι μέσα στο σπήλαιο, όπως περιγράφει ο Πλάτωνας, και να βλέπεις τη ζωή ως αντανάκλαση, να πιστεύεις για ανθρώπους κάτι σκιές, να φαντάζεσαι το περίγραμμα της ζωής και να πορεύεσαι για πάντα έτσι. Πόσο συχνά ακούω ερωτήματα του τύπου: πώς θα το σκεφτώ αυτό; Πώς νιώθει κάποιος όταν χάνει; Τι είναι πια αυτή η περιβόητη αγάπη; Θα έπρεπε τώρα να μου λείπει; Πώς να καταλάβω το παιδί μου; Γιατί να μην το κάνω αφού μπορώ;

Πώς να βλέπω έχοντας μάτια;

Πώς να σκεφτούμε; Είναι το ερώτημα που μου ξανάρχεται στον νου. Αλλά είναι λάθος το ερώτημα. Το ζήτημα για να δούμε είναι να μάθουμε το παρελθόν και να τολμήσουμε να νιώσουμε. Να πάψουμε να βλέπουμε τη ζωή μόνο με την πρακτική εγκλωβιστική της νόρμα. Να αρχίσουμε να ακούμε, όχι αυτά που θέλουμε, αυτά που πραγματικά λέγονται κάτω από τις λέξεις. Να σκάβουμε περισσότερο, βαθύτερα, καλύτερα, να ακονίζουμε τον ψυχικό μας κόσμο. Να στρέψουμε για αρχή το ενδιαφέρον μας στον Αλλο. Να βλέπουμε τον άνθρωπο όχι σαν γραμμική αφήγηση αλλά σαν ελικοειδή διαδρομή, σαν ένα σπιράλ που όλα διαπλέκονται. Να αναρωτηθούμε για αρχή για τον συναισθηματικό πλούτο της οικογένειας από την οποία προερχόμαστε, για την ψυχική ζωντάνια της, για τα μυστικά και ψέματα του δικού μας «βασιλείου», να αντέξουμε να δούμε γυμνό τον βασιλιά, και να πάψουμε να αναζητάμε ιδανικά, τελειότητες και οικονομικές εξασφαλίσεις, χωρίς κόπο, χωρίς ευθύνη. Τίποτα δεν είναι δωρεάν και κανείς δεν μπορεί να κρύβεται για πάντα. Η θάλασσά μας μολύνθηκε και αυτό πρέπει να μας κινητοποιήσει.

Ας πονέσουμε γι’ αυτήν την καταστροφή. Ας πονέσουμε κοιτώντας τον εαυτό μας στον καθρέφτη. Ας ακονίσουμε την όρασή μας, την ψυχική μας όραση. Και αν κάποιος αισθανθεί ότι θέλει βοήθεια, ας τη ζητήσει. Η κηλίδα είναι ήδη μέσα μας. Και εμείς δεν βλέπουμε.

Η πόλη, όμως, τις νύχτες βγάζει λυγμούς και κραυγές.

Πόσο θα κρατήσει η κρίση; με ρώτησε τις προάλλες μια γνωστή. Η κρίση; Ποια κρίση; Η κηλίδα είναι αργή και μολυσματική, εξαπλώνεται. Γιατί αντί να σκαρφαλώνουμε στο σπήλαιο του Πλάτωνα με κόπο και αγώνα για τη θέαση του Πραγματικού, εμείς κολλάμε σαν γατάκια στον πάτο, γλείφοντας τις άκρες μας, με ένα θέατρο σκιών να παίζεται πρωί - βράδυ στις ζωές μας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ