ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μόχθος, μεράκι, σεβασμός. Τρία στοιχεία μαζεμένα σε μία φωτογραφία, ενδεικτικά για το πώς πορευόταν η ελληνική κοινωνία σε παρελθούσες εποχές. Τραβηγμένη στα τέλη του Μεσοπολέμου, η φωτογραφία δείχνει ένα παντοπωλείο που θα αποτελούσε σήμερα αντικείμενο ζήλιας για το πιο εκλεκτό ντελικατέσεν. Οχι μόνο για την εξαιρετική τοποθέτηση των προϊόντων στα ράφια του, αλλά και για την ευπρέπεια του προσωπικού: μία περιποιημένη κυρία και τρεις άνδρες που φοράνε λευκή ποδιά, αλλά και γραβάτα. Εν ώρα εργασίας, όπως το επέβαλλαν τα ήθη των νοικοκυραίων της εποχής.

Η φωτογραφία ανήκει στη συλλογή του κ. Νίκου Πολίτη, η οποία υπήρξε δεξαμενή αρχειακού υλικού για το ιστορικό λεύκωμα «Ελλάδα 20ός αιώνας» (20 τόμοι) που προσφέρει η «Καθημερινή» στους αναγνώστες της την τρίτη Κυριακή κάθε μήνα. Το ίδιο πολύτιμες υπήρξαν οι συλλογές των κ. Μιχάλη Τσάγκαρη και Νίκου Τόλη, τις οποίες η «Κ» θα παρουσιάσει προσεχώς. Τα τρία αρχεία, από τα μεγαλύτερα της χώρας, δίνουν μία ολοκληρωμένη εικόνα της ελληνικής κοινωνίας, Ιστορίας και οικονομίας μέσα από φωτογραφίες που χρονολογούνται από τη δεκαετία 1840 ώς τη δεκαετία 1960 (σπάνιες δαγκεροτυπίες, αλμπουμίνες, στερεοσκοπικές εικόνες, παλιά λευκώματα, φωτογραφίες, αρνητικά κ.ά.).

Αριθμώντας περίπου 80.000 φωτογραφίες, η συλλογή του κ. Πολίτη είναι εστιασμένη σε κοινωνικά θέματα, χωρίς να της λείπει η λεγόμενη «ιστορική» φωτογραφία. Παλαιότερη είναι μία αμβροτυπία (περί το 1854) με ελληνικό θέμα (ένα τσολιαδάκι), γεγονός που την καθιστά σπάνια. Στην ερώτηση πώς δημιούργησε ένα τόσο πλούσιο αρχείο, απαντά: «Αρχικά συνέλεγα πετρώματα και παλιά νομίσματα. Πριν από 35 χρόνια, ψάχνοντας για νομίσματα σε παλαιοπωλείο της Λάρισας, είδα ένα πακέτο οικογενειακών φωτογραφιών, τις οποίες βρήκα ενδιαφέρουσες. Την εποχή εκείνη στην Ελλάδα υπήρχε ενδιαφέρον κυρίως για την καρτ ποστάλ, όχι για τη φωτογραφία. Από δύο, όμως, ταξίδια μου, ένα στο Παρίσι, όπου διαπίστωσα ότι αγαπούσαν την παλιά φωτογραφία, και κατόπιν στο Βερολίνο, όπου είδα ανθρώπους να αγοράζουν φωτογραφίες σε ένα παζάρι, σκέφτηκα ότι το ενδιαφέρον αυτό θα έλθει κάποια στιγμή στην Ελλάδα.

Οι κρυμμένοι θησαυροί

«Ξεκίνησα, λοιπόν, πολύ νωρίς, το 1985, και όταν άλλοι “τσιμπολογούσαν” φωτογραφίες από τα συρτάρια των παλαιοπωλείων, εγώ τα “σκούπιζα”. Ακόμη και εάν επρόκειτο για αρνητικά φωτογραφιών. Τότε προσπαθούσα να καταλάβω ποιο είναι το θέμα και έπαιρνα το ρίσκο να αγοράσω ολόκληρα φωτογραφικά φιλμ, τα οποία σε κάποιες περιπτώσεις έδωσαν θησαυρούς με αξία πολλαπλάσια από εκείνη της αγοράς τους. Ετσι ήρθε στα χέρια μου και ένα αρχείο 250 φωτογραφιών από τον ελληνικό Εμφύλιο, στην περιοχή της Καστοριάς. Λόγω αυτής της τακτικής, στη Θεσσαλονίκη, όπου έζησα οκτώ χρόνια εργαζόμενος ως υπεύθυνος του καταστήματος της εταιρείας Legrand, μου κόλλησαν ένα παρατσούκλι. “Πέρασε το πιράνχας και τα μάζεψε όλα”, έλεγαν συλλέκτες και παλαιοπώλες όταν κατάλαβαν, χρόνια αργότερα, την αξία της αρχειακής φωτογραφίας».

Παρατσούκλι που ακούγεται πολύ αστείο όταν έχεις μπροστά σου έναν ευγενή και χαμογελαστό άνθρωπο, ο οποίος όμως «οσμίστηκε» νωρίς το ενδιαφέρον μιας νέας αγοράς, κινήθηκε σε αυτήν «με περιορισμένα χρήματα και με κριτήριο την αισθητική της φωτογραφίας και, κυρίως, την ανθρώπινη παρουσία», όπως λέει ο ίδιος. «Με συγκινούσαν φωτογραφίες που έδειχναν μια παρέα στη θάλασσα, επαγγελματίες με τα πρώτα αυτοκίνητα, κεντήστρες των αρχών του 20ού αιώνα τόσο καταπονημένες που δεν χαρίζουν ούτε ένα χαμόγελο στον φακό, πορτρέτα παιδιών, διάφορες πόλεις με αλώβητη την αρχιτεκτονική φυσιογνωμία τους κ.ά.».

Οι ιστορίες πίσω από τις εικόνες

Η δημιουργία ενός τόσο σημαντικού αρχείου προϋποθέτει, βεβαίως, πάθος (ποιος συλλέκτης δεν το έχει;) και «κυνήγι». Οταν ζούσε στη Θεσσαλονίκη, σε διάστημα λίγων μηνών έκανε 5 - 6 ταξίδια-αστραπή στην Αθήνα προκειμένου να αποκτήσει ένα μέρος από το αρχείο του Αριστείδη Δημητράτου, υπουργού του Ιωάννη Μεταξά. Σημαντικό απόκτημα, ειδικά όσον αφορά ορισμένες φωτογραφίες από εκδηλώσεις προπαγανδιστικού χαρακτήρα, που θυμίζουν εικόνες της Λένι Ρίφενσταλ.

Ο ίδιος θεωρεί απόκτημα άλλες φωτογραφίες, όπως εκείνη του «Αετού Τούμπας», τραβηγμένη το 1929. Στην πίσω πλευρά της φωτογραφίας αναγράφονται τα ονόματα των εικονιζόμενων ποδοσφαιριστών, μεταξύ των οποίων του 16χρονου τότε Απόστολου Καρατζά.

Παιχνίδι της μοίρας

Καπετάνιος του ΕΛΑΣ, ο Καρατζάς έφυγε μετά τον Εμφύλιο στην Τασκένδη, όπου ήταν καθηγητής πανεπιστημίου και έζησε έως το τέλος της ζωής του. Πίσω του άφησε ένα βρέφος έξι μηνών, τον Πάνο Καρατζά, φίλο του συλλέκτη, ο οποίος είδε με αυτόν τον αναπάντεχο τρόπο μια φωτογραφία του πατέρα του, που δεν γνώρισε ουσιαστικά ποτέ.

Το φωτογραφικό αρχείο του κ. Πολίτη υπήρξε πηγή για επτά εκδόσεις. Ανάμεσά τους τα εξαιρετικά λευκώματα «Η Ελλάδα του μόχθου» (2005), έκδοση του Ριζαρείου Ιδρύματος και του Ιδρύματος Σταύρου Ι. Νιάρχου, «Μια ξεχωριστή μέρα» (2007), εκδ. tetarto, και «Παλαιό Φάληρο 1900 - 1960» (2014), έκδοση του Δήμου Παλαιού Φαλήρου. Αυτά σε καλές εποχές, προ της οικονομικής κρίσης που μείωσε δραματικά το εκδοτικό ενδιαφέρον.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ