ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Ενα εικοσιτετράωρο με τον σκηνοθέτη Γιάννη Σκουρλέτη

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

Γιάννης Σκουρλέτης: «Στο hood με περιμένουν τα παιδιά από τα εργαστήρια. Δύο κουραστικές ώρες, δύο υπέροχες ώρες. Κάθε μέρα γκρινιάζω, κάθε μέρα ανακαλύπτω πόσο τυχερός είμαι που μπορώ να είμαι αυτό που είμαι».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Χρονογραμμή

08.00
Kοιμάμαι στην οδό Αθηνάς, ξυπνάω στην οδό Αθηνάς. Aν και το κανονικό μου σπίτι είναι στον Πειραιά, μένω στο bijoux de kant hood, που τον τελευταίο καιρό έγινε και εργαστήριο, και υπνωτήριο, και μυστικός κήπος. Ποτίζω τα φυτά που δεν έχω και πίνω καφέ. Ξαναπίνω καφέ. Πιάνω τυχαίους σταθμούς με τυχαία τραγούδια. Θέλω κάποιος να μου αφιερώσει οτιδήποτε με το νόημα των στίχων. Κανείς δεν αφιερώνει τίποτε σε κανέναν οκτώ η ώρα το πρωί. Η Αθήνα ζαφειρόπετρα με καλεί να βγω, να πιάσω ουρά στις τράπεζες, να πληρώσω φως, νερό, τηλέφωνο. Συνήθως τότε χτυπάει και το πρώτο τηλέφωνο. Κάποιος άγνωστος θέλει κάτι από μένα που δεν μπορώ να του το δώσω. Σταματώ να σκέφτομαι την πραγματικότητα που με περιμένει και βγαίνω να την αντιμετωπίσω. Κατεβαίνοντας τις σκάλες, λέω καλημέρες στις κλειστές πόρτες των άλλων ορόφων. Από συνήθεια κοινωνικότητας.

10.00
Θα έχω ταΐσει τη γραφειοκρατία, θα έχω γίνει διάφανη ουρά σε ουρά, θα έχω κάνει απολογισμό ζωής πετυχαίνοντας άλλον ένα διακανονισμό. Ολα είναι ρομαντικά, επειδή έτσι έχω αποφασίσει να είναι για να βγει η μέρα. Ξαναξαναπίνω καφέ. Συναντώ οικεία φαντάσματα και ανοίκεια σώματα. Επιστρέφω στο hood. Τώρα στο τηλέφωνο οι φωνές είναι γνωστές. Είναι η Ηλέκτρα, ο Κωνσταντίνος, ο Πάνος. Συνεργάτες, φίλοι, οικογένεια. Θα πούμε και θα ξαναπούμε όσα μας ξέφυγαν χθες κι όσα δεν πρέπει να μας ξεφύγουν αύριο. Τρεις ανοιχτές πρεμιέρες περιμένουν να τραφούν από το αίμα μας. Ναπολέων, Αμάραντα, Κόρες απαιτούν αποκλειστικότητα. «Πώς θα τα προλάβω όλα;» λέω στη Γλυκερία. «Εχεις σκεφτεί σοβαρά τη μέθοδο του διακτινισμού;» με επαναφέρει στεγνά. Ισως και να έχει δίκιο. Δεν πρέπει να απορρίπτουμε καμία μέθοδο και κανένα ενδεχόμενο.

13.00
Πρόβες, πρόβες, πρόβες. Στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, στο θέατρο Faust, στο Θέατρο της οδού Κυκλάδων του Λευτέρη Βογιατζή. Ο Αντώνης, η Λένα, η Αλκηστις, η Χαρούλα, ο Αλέκος, η Μπέτυ, ο Αλέξανδρος, το παλιό πλήρωμα. Η καινούργια Μαρία (Σκουλά). Οι διορθώσεις, οι νέες λέξεις, τα νέα πατώματα, τα νέα φώτα. Είμαι τόσο κουρασμένος, που δεν αισθάνομαι την παραμικρή κούραση. Δεν θυμάμαι καν αν έχω ξεχάσει να φάω. Ξαναπίνω καφέ. Είμαι χαρούμενος, χωρίς να ξέρω ακριβώς τον λόγο. Θέλω να περπατήσω στην πόλη. Περπατάω στην πόλη. Δεν σκέφτομαι τίποτε και τα σκέφτομαι όλα.

20.00
Στο hood με περιμένουν τα παιδιά από τα εργαστήρια. Δύο κουραστικές ώρες, δύο υπέροχες ώρες. Κάθε μέρα γκρινιάζω, κάθε μέρα ανακαλύπτω πόσο τυχερός είμαι που μπορώ να είμαι αυτό που είμαι. Φεύγουν όλοι. Βάζω στη διαπασών χαβάγιες. Βάζω στη διαπασών άριες. Βάζω στη διαπασών ρεμπέτικα. Είμαι μόνος στην ερημική μου παραλία. Ανοίγω όλα τα παράθυρα, να μπει το βράδυ. Ξέρω πολύ καλά πως όσο κι αν κλείνουν τα μάτια μου θα ξαναβγώ έξω, θα ξαναπιώ καφέ, θα θυμηθώ και θα ξεχάσω όσα θυμάμαι κι όσα ξεχνώ.

00.00
Οδηγώ. Εχω πεινάσει. Στο κανονικό μου σπίτι, στον Πειραιά, θα βρω φαγητό. Ζεστό πάντα, ό,τι ώρα κι αν γυρίσω το κλειδί. Τα παιδιά θα λείπουν. Είναι μεγάλα, γυρίζουν στη μεγάλη πόλη. Εγώ είμαι πια ο μικρός. Σκέφτομαι όσα με περιμένουν αύριο. Μπορεί να ξεχαστώ και να μη φάω. Μπορεί να ξαναπιώ καφέ. Λέω και ξαναλέω από μέσα μου τους στίχους του φίλου μου του Ναπολέοντα Λ. «Ηταν ένα βαθύ κι εξαίσιο βράδυ./ Βράδυ λεπτό κι ασύλληπτο, Χιμαίρας!/ Ποτέ, τόσο πολύ, τέλος ημέρας,/ δεν είχε λάμψει τόσο, σα πετράδι». Τον Ναπολέοντα τον έσωσε η ποίηση. Εμένα με έσωσε το θέατρο. Βγαίνω στον κήπο και μιλάω στα φυτά που με περιμένουν υπομονετικά. Μας παίρνει ο ύπνος σχεδόν ταυτόχρονα.

​Ο Γιάννης Σκουρλέτης φέτος σκηνοθετεί τις παραστάσεις «Ναπολέων» (από 2/10, στο Θέατρο του Νέου Κόσμου), «Αμάραντα» (5/10 στο θέατρο «Μελίνα Μερκούρη» στη Θεσσαλονίκη και από 11/10 στο θέατρο «Faust», στην Αθήνα) και «Κόρες» (από 12/10 στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων «Λευτέρης Βογιατζής»).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ