ΒΙΒΛΙΟ

Κέρουακ, η φωνή μιας νέας γενιάς

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΑΡΜΠΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Την πρώτη φορά που άκουσα τον όρο «γενιά των μπιτ» ήταν στην Α΄ Λυκείου, όταν η τότε (ηρωίδα) φιλόλογός μας, παρουσίασε στο μάθημα της Εκθεσης ως παράλληλο, κάποιο πεζό κείμενο του Αλεν Γκίνσμπεργκ. Αυτό που θυμάμαι κυρίως είναι το συναίσθημα της βαθιάς έκπληξης, όπως όταν βρίσκεσαι μπροστά σε κάτι ολοκληρωτικά καινούργιο και αλλόκοτο, το οποίο όμως φαντάζει εξίσου συναρπαστικό. Και η γενικότερη αντίδραση πάντως πρέπει να ήταν θετική, αφού από απλό παράλληλο –εκτός ύλης– οι «beatniks» εξελίχθηκαν σε κανονικό κεφάλαιο, ενώ την επόμενη μέρα γνωρίσαμε επίσης το «Ουρλιαχτό» καθώς κι ένα απόσπασμα από κάποιο βιβλίο που λεγόταν «Στο Δρόμο». Ο συγγραφέας-αφηγητής του διατεινόταν: «Οι μόνοι που αξίζουν για μένα είναι οι τρελοί...».

Φέτος συμπληρώνονται 60 χρόνια από το 1957, όταν ο Τζακ Κέρουακ κατάφερε επιτέλους να βρει εκδότη –ήταν οι Viking Press– για το διάσημο σήμερα έργο του «Στο Δρόμο». Ο Αμερικανός συγγραφέας είχε ολοκληρώσει το μυθιστόρημα από το 1951 –μέσα σε τρεις εβδομάδες, όπως τον ακούμε να λέει χαρακτηριστικά στη θρυλική εκπομπή του Στιβ Αλεν, το 1959–, ωστόσο κανείς δεν προθυμοποιήθηκε να πάρει το ρίσκο της έκδοσης ενός τόσο «παράξενου» έργου νωρίτερα. Από τη στιγμή βέβαια που το βιβλίο βγήκε στην αγορά ακολούθησε καταιγίδα, μιας και γνώρισε αναπάντεχη αποδοχή από το κοινό, ενώ ο συγγραφέας του ανακηρύχθηκε σε «φωνή μιας ολόκληρης γενιάς».

Το... αστείο είναι πως ο Κέρουακ δεν ήταν ακριβώς η ελευθεριάζουσα, επαναστατική μορφή που μπορεί κανείς να συνάγει από τα βιβλία του, και ιδιαίτερα από το «Στο Δρόμο». Πιστός καθολικός και ολότελα αντίθετος με τις μαρξιστικές ιδέες, τις οποίες ασπάστηκαν πολλοί Αμερικανοί διανοούμενοι της εποχής, παρακολουθούσε με ευχαρίστηση από κοντά τις δίκες των υπόπτων της λίστας Μακάρθι. Το έκανε βέβαια αυτό με ένα τσιγάρο μαριχουάνας στο χέρι... Αυτό ήταν όμως ο Κέρουακ: ο ιδιοφυής εκφραστής ενός κόσμου –και ειδικά των νέων ανθρώπων– που άλλαζε ταχύτατα, ένας ιδιότυπος μοντερνιστής που είχε τη διαύγεια να καταγράψει τις απίθανες καταστάσεις και τις μορφές που γεννούσε το τεράστιο χωνευτήρι της μεταπολεμικής Αμερικής.

Το «Στο δρόμο» είναι αναμφίβολα το καλύτερο και πιο αντιπροσωπευτικό του έργο. Ανεξαρτήτως του αν γράφτηκε όντως σε τρεις εβδομάδες, χρησιμοποιώντας αυτοσχέδιους κυλίνδρους χαρτιού των 37 μέτρων (για να μη χρειάζεται να αλλάζει χαρτί στη γραφομηχανή) και μεγάλες ποσότητες μπενζεντρίνης, καφέ και σούπας με φασόλια (για να... επιβιώσει), το τελικό αποτέλεσμα είναι αξιοθαύμαστο: μια πυρετώδης, κάποιες φορές σχεδόν παραληρηματική και άλλες βαθιά διορατική, περιγραφή των περιπετειών που έζησε στα τέλη της δεκαετίας του 1940 και στις αρχές της επόμενης, όταν περιφερόταν, συνήθως αδέκαρος, στις πόλεις των ΗΠΑ και του Μεξικού, παρέα με συντρόφους, τους οποίους ο ίδιος αργότερα όρισε ως «beat». Ο πιο αξιοπρόσεκτος ανάμεσά τους είναι προφανώς ο θρυλικός Νιλ Κάσαντι.

Στο βιβλίο, ο Κάσαντι αναφέρεται ως Ντιν Μοριάρτι. Οπως συμβαίνει και με τον ίδιο τον Κέρουακ, ωστόσο, (Σαλ Πάρανταϊζ), τον Γκίνσμπεργκ (Κάρλο Μαρξ) και τον Γουίλιαμ Μπάροουζ (Ολντ Μπουλ Λι), πρόκειται απλώς για alter ego του Νιλ Κάσαντι, του αιώνιου νέου από το Ντένβερ, ο οποίος έζησε μόλις 42 φρενιασμένα χρόνια, γεμάτα με τρελά ταξίδια, γρήγορα αυτοκίνητα, σεξουαλικές καταχρήσεις, ναρκωτικά και μπλεξίματα με τον νόμο.

«Ξεβρασμένοι»

Ο Κάσαντι πέθανε πρόωρα το 1968, ένα μόλις χρόνο πριν από τον επίσης πρόωρα χαμένο φίλο του, τον Κέρουακ (στα 47 του ο τελευταίος). Ο Κάσαντι, όμως, είναι επίσης ο (καθόλου) μυθικός οδηγός του πρώτου, αυθεντικού Magic Bus, όπως τον βλέπουμε στο απολαυστικό ντοκιμαντέρ «Magic Trip» των Αλεξ Γκίμπνι και Αλισον Γουντ. Τόσο εκείνος όσο και οι περισσότεροι ήρωες του βιβλίου είναι τύποι, κατά κάποιο τρόπο, ξεβρασμένοι από το σύστημα – κάπως έτσι ερμηνεύεται και ο όρος «beat», περιθωριακοί, αν και στην πραγματικότητα βρίσκονται, χωρίς να το ξέρουν, στο επίκεντρο των αληθινά σημαντικών εξελίξεων.

Το «Στο Δρόμο», άλλωστε, όπως και τα υπόλοιπα έργα της μπιτ λογοτεχνίας, αποτελεί επιπλέον μια βροντερή αντίδραση σε ένα καθεστώς (και καλλιτεχνικού) καθωσπρεπισμού – «Ποια σφίγγα τσιμέντου και αλουμινίου έσπασε τα κρανία τους και καταβρόχθισε τα μυαλά και τη φαντασία τους;», όπως λέει ο Γκίνσμπεργκ στο «Ουρλιαχτό». Είναι και ένα άνοιγμα στο μέλλον, με τα πολιτικά-καλλιτεχνικά κινήματα, που θα έβαζαν τον κόσμο σε νέες ράγες μέσα στη δεκαετία του 1960. Η επίδραση του Κέρουακ ήταν τόση που τον μνημονεύει και ο «δικός μας» Ανδρέας Εμπειρίκος σε ένα από τα ποιήματα της «Οκτάνας»: «Ο Κέρουακ διαβαίνει μουσηγέτης...», γράφει ο Εμπειρίκος.

Το «Στο Δρόμο» μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο το 2012 από τον Γουόλτερ Σέιλς, ενώ με αφορμή την ταινία εκτέθηκε στο κοινό (για τελευταία έως σήμερα φορά) μεγάλο κομμάτι του περίφημου ρολού με την αρχική δακτυλογράφηση του Κέρουακ.

​​Το «Στο Δρόμο» κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 1996 από τις εκδόσεις Πλέθρον σε μετάφραση της Δήμητρας Νικολοπούλου και επιμέλεια Αλέξη Ζήρα. Η ίδια μετάφραση επανακυκλοφόρησε το 2007 από τον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη.

Συντηρητισμός αντανακλαστικός

O ποιητής, συγγραφέας και μεταφραστής Γιώργος-Ικαρος Μπαμπασάκης είναι από τους πιο βαθείς Ελληνες γνώστες της γενιάς των μπιτ και του Κέρουακ ειδικότερα. Για εκείνον το «Στο Δρόμο» είναι «μία ακόμα ανάσα ελευθερίας, η αίσθηση του να φεύγεις, να σκαλίζεις τον κόσμο και να γεύεσαι ό,τι έχει να προσφέρει. Είναι ακόμα πολύ σημαντική η ατμόσφαιρα του βιβλίου, η οποία προκύπτει εξίσου από κάποιες φοβερές καθημερινές στιγμές που περιγράφονται, όπως μια βόλτα με το αυτοκίνητο ή η εξιστόρηση μιας τζαζ συναυλίας».

Οσο για τον «συντηρητισμό» του Κέρουακ, ο κ. Μπαμπασάκης δίνει τη δική του εξήγηση: «Οπως τα θέματα και ο τρόπος γραφής του ήταν μια αντίδραση στον καθωσπρεπισμό και το τακτικά καθορισμένο πρότυπο ζωής της δεκαετίας του ’40, έτσι και ο συντηρητισμός του είναι αντανακλαστικός· κυρίως απέναντι στην ταχύτητα με την οποία έβλεπε να χάνεται η παραδοσιακή Αμερική, αυτή η καθημερινότητα της πόλης και της εξοχής που τη λάτρευε – όλα εκείνα δηλαδή που περιγράφονται και στο βιβλίο.

Του άρεσε, άλλωστε, μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του, να πηγαίνει στα μικρά μπαρ και να κουβεντιάζει με τις παρέες των θαμώνων, που στην προκειμένη περίπτωση ήταν και Ελληνες, μιας και η τρίτη σύζυγός του, η Στέλλα Σάμπας, ήταν Ελληνίδα».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ