ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Κυριακή με τον παππού

Μαρία Πετάμη

Τα συνήθη συστατικά των οικογενειακών Κυριακών είναι ξεκούραση, κουβέντα, σπιτικό φαγητό, καφές, γκρίνια, αγάπη, επανάληψη. Οι αναλογίες των συστατικών είναι που κάνουν τις Κυριακές του καθενός διαφορετικές και τελικά μοναδικές.

Αυτό που ξεχωρίζει στις δικές μου παιδικές Κυριακές είναι ότι η ίδια ιστορία επαναλαμβανόταν κάθε εβδομάδα για περίπου δέκα χρόνια. Κάθε Κυριακή, εκτός διακοπών, οι γονείς μου μαζί μ’ εμένα και τον μικρότερο αδελφό μου επισκεπτόμασταν τους γονείς του πατέρα μου.

Ο παππούς μου είχε αποσυρθεί, μαζί με τη γιαγιά, στο εξοχικό σπίτι του Γέρακα και είχε αφοσιωθεί στη μελέτη των βιβλίων του και στις μεταφράσεις από τα γαλλικά. Για να εξηγήσει κανείς τις επαναλαμβανόμενες κυριακάτικες επισκέψεις μας, πρέπει να λάβει υπόψη του τον χαρακτήρα και τις αξίες όλων των εμπλεκόμενων ενηλίκων. Το πρόγραμμα της Κυριακής οριζόταν από την ώρα του μεσημεριανού. Ο παππούς ήθελε να τρώει στις 12 ακριβώς. Καθώς μας έπαιρνε περίπου μία ώρα να φτάσουμε από τη Νέα Σμύρνη, ο πρωινός ύπνος ήταν μια άγνωστη πολυτέλεια για μένα. Για τους γονείς μου, ήταν μεγάλη αγένεια να πάμε κατευθείαν για φαγητό. 

Ο παππούς μάς υποδεχόταν καθισμένος σε ένα καναπεδάκι στο μικροσκοπικό σαλόνι-χολ κάτω από την προτομή του Ελευθέριου Βενιζέλου, διαβάζοντας κάποιο βιβλίο. Σε σχέση με τις σημερινές βιβλιοθήκες όπου όλα τα βιβλία μοιάζουν αδιάβαστα, τα βιβλία του παππού μου ήταν όλα φθαρμένα από το πολύ διάβασμα, ειδικά τα λεξικά, και γεμάτα σημειώσεις με καλλιγραφικά γράμματα. Η γιαγιά, από την άλλη, γνώριζε όλα τα νέα της γειτονιάς και συνέπασχε με όλα τα δράματα και τις χαρές των γειτόνων. Καθώς λοιπόν ο παππούς αδιαφορούσε για τις ιστορίες του Γέρακα, έπρεπε εμείς υποχρεωτικά να τις ακούμε σε εβδομαδιαίες συνέχειες, επικαιροποιημένες μετά τον κυριακάτικο εκκλησιασμό της. 

Τα αντικείμενα του σπιτιού ζούσαν δεύτερες και τρίτες ζωές. Οι κακουχίες της Κατοχής είχαν αφήσει ανεξίτηλα σημάδια. Το σπίτι στόλιζαν μαξιλάρια και τραπεζομάντιλα επιδέξια φτιαγμένα από διαφορετικά παλιά υφάσματα και φαγητό δεν πεταγόταν ποτέ.

Το γεύμα ήταν συνήθως μπιφτέκια με πατάτες. Ο παππούς συνόδευε πάντα το φαγητό με μία ωμή σκελίδα σκόρδο, που του εξασφάλιζε υγεία και μακροζωία, έδινε όμως σε όλο το σπίτι μια χαρακτηριστική μυρωδιά, την οποία ακόμα και σήμερα έχω συνδεδεμένη με τα κυριακάτικα μεσημέρια.

Μετά το φαγητό ακολουθούσε η πιο γλυκιά στιγμή της επίσκεψης. Ο παππούς έσερνε τις μάλλινες παντόφλες του, ξεκλείδωνε τη μεγάλη ντουλάπα του διαδρόμου και έδινε σε κάθε παιδί μία σοκολάτα. 

Η επίσκεψη ολοκληρωνόταν με τον μεσημεριανό ύπνο του παππού και όποιου άλλου ήθελε. Νομίζω ότι ο ύπνος στο δωμάτιο με τη μισοξηλωμένη ταπετσαρία, τη βοή από τη λεωφόρο και τον μπαμπά μου αγκαλιά στο κρεβάτι είναι από τις πιο τρυφερές αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας. 

Μετά τον θάνατο του παππού, οι επισκέψεις σταμάτησαν και το σπίτι του Γέρακα έγινε πολυκατοικία. Από την εποχή εκείνη έχουν μείνει κάποια βιβλία του παππού και λίγες φωτογραφίες. Κυριακές στον Γέρακα λοιπόν. Έπρεπε να περάσουν τριάντα χρόνια για να τις ξαναθυμηθώ, όχι σαν μια υποχρεωτική επίσκεψη, αλλά σαν μια γλυκιά συνήθεια, και να συνειδητοποιήσω πόσο πολύ έχουν επηρεάσει τα συστατικά των δικών μου σημερινών κυριακάτικων ιστοριών. ■

* Η Μαρία Πετάμη είναι οικονομολόγος.

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ